Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σπίτι στη θάλασα

Αν είχα ένα
σπίτι στη θάλασσα
θα κατεβαίναμε
θα βλέπαμε από την κουπαστή
τη βροχή
να παρασέρνει
τα λαμπυρίζοντα βότσαλα
σχηματίζοντας ρυάκια
σαν ιδρωμένα σώματα
με τις ρυτίδες τους
βαθιά που είναι
χαραγμένες μέσα μας
θα παίζαμε πεντόβολα
ακούγοντας το νερό να κυλά
στις υδρορροές
θα ήταν τόσο κοντά στη θάλασσα
που θ' άνοιγες
μια ξύλινη πόρτα το πρωί
και θα με γέμιζες με αρμυρά φιλιά
πριν προλάβω τον πρώτο καφέ
θα είχαμε ένα τραπέζι
σωστό ανεμοδαρμένο
με πάγκους αντικριστά
και μια  κουνιστή ξύλινη πολυθρόνα
τα τζάμια θαμπά
απ' τις ανάσες μας
κι η λάμπα αχνά
να φωτίζει τα περιγράμματα
βλέπεις, το έχω
τόσο καλά σχεδιάσει
ίσως και να το έχω ζήσει ήδη
θα είχαμε ακόμα
ένα μεγάλο ραδιόφωνο
από αυτά τα δύστροπα παλιά
όπως όλα τα πράγματα που παλιώνουνε
και μόνο τότε απολαμβάνεις πραγματικά
την αίσθηση των πραγμάτων
όσο και εγώ που παλιώνω και
μαθαίνω όλο και καλύτερα
πώς να είμαι εγώ
αυτό το παλιό μηχάνημα
με τις γλυκές παραξενιές του
αυτό που είμαι και
ξέρεις πώς
να το κάνεις να πετάει
σαν κάτι μοτοσικλέτες άλλης εποχής που
για το φρένο
πρέπει να το σκεφτείς πολύ πριν
και κάθεσαι ωστόσο και
τις θαυμάζεις που
ρολάρουν ακόμα
είμαστε στο δρόμο
παλιοί και ωραίοι
καμαρώνουμε που κυλάμε
κυλάμε μαζί
κατά το σπίτι εκεί
στην άκρη στην παραλία
πώς γίνεται πες μου τώρα
μες τα μεσάνυχτα
απ' το μπαλκόνι
να μην είναι η βροχή
αλλά το άρωμα
που άφησες
να με κυκλώνει...



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα