Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα γυαλιά

Αν είχα
έναν κομμό
θα τα είχα ακουμπισμένα
εκεί
θα έκλεινα
τις σημειώσεις μου
θα έγραφα σε χοντρά τετράδια
και το σπίτι
θα είχε τη μυρωδιά
απ' τα βιβλία
και τα χαρτιά
έτσι θα ήταν
σε άλλες εποχές
εσύ
γερμένη στον καναπέ
θα με χάζευες
όπως και τώρα
σαν να 'μασταν
του παλιού καιρού
θα σε κοίταζα
κάτω απ' τους φακούς
όπως αρμόζει σ' έναν
κλασσικό πρεσβύωπα
και να ξέρεις πως
σε  βλέπω
και φωτίζεται
η ψυχή μου
είτε μισοκρυμμένη
κάτω από τα σκεπάσματα
είτε να διασχίζεις
τη λεωφόρο
με το μαντήλι σου
να ανεμίζει
περνώ
δίπλα σου
τα φώτα χαμηλωμένα
το σώμα ημερωμένο
γλυκά παραδομένο
στο απόλυτο
της αίσθησης
δεν έχω ξανανιώσει έτσι
ναι, θεέ μου
χάνομαι
παραδίνομαι
αφήνομαι
ολοκληρωτικά
να σε κερδίζω
και να με κερδίζεις
κρατώ αγκαλιά
την ίδια τη ζωή
βλέπω θολά
το περίγραμμα
και νιώθω ένα χαμόγελο
στα μάτια σου
να σηκωθούμε μετά
πριν ο ύπνος
βαρύνει πάνω μας
να ετοιμάσω
τη γωνιά σου
με τα βαριά σκεπάσματα
και μετά
ν' αναζητήσω
τα γυαλιά μου
έτσι όπως
οι αγαπημένοι άνθρωποι
τελειώνουν τη μέρα τους
κερνώντας τον έρωτα
μωρό μου
σκεπάσου καλά
εγώ
απλά θ' αναζητήσω
τα γυαλιά μου
θα φιλήσω
το πρόσωπό σου
και θα ξεφυλλίσω λίγο
τις στιγμές που μου χάρισες
προτού
να κλείσω το φως
αυτό το σπίτι
είναι γεμάτο αγάπη
και έρωτα
και αποκαμωμένο
παραδίνεται γλυκά
σ΄ έναν ήσυχο ύπνο
σ' ακούω ν' ανασαίνεις
δίπλα στο μαξιλάρι τα γυαλιά
ενώ αφήνομαι
στο δικό σου όνειρο











Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις