Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ένδον

Διανύοντας
αποστάσεις
στο σώμα
τρέχοντας, τρέχοντας
με ασθματική αναπνοή
τι κυνηγάς
δεν ξέρεις
κάποτε
φοράς τη ζωή
σαν ρούχο ξένο
που σέρνεται
ή περισσεύει
βοήθησέ με
θέλω να βρω
το μέτρημα
πάμε πάλι τα βήματα
ένα μπρος
δύο πίσω
αν ίσως κι εγώ
μπορώ να γίνω
μια κάποια γέφυρα
ένας κλειστός κόλπος
εκεί θα βρεθούμε
θα βγάλουμε
όλα τα περιττά μας τερτίπια
κοίτα, να, εδώ τα κόκκαλα
είναι στραβά
μην κοιτάς που
τα κρύβω
απ΄τον καθένα
από σένα
τι να κρύψω
με κοιτάς βαθιά στα μάτια
και να με μπροστά σου
γυμνό παιδαρέλι
που τρέμει τη ζωή
μην τυχόν και
το κοροϊδέψει κανείς
που είναι ψηλό κι αδέξιο
γυναίκα δείξε εσύ
εσύ  μπορείς
κατέχεις όλα τα δώρα
τα χέρια σου
πλάθουν θεούς και δαίμονες
κάνε το κορμί σου
θάλασσα μικρή
ένα αγόρι φοβισμένο
θέλει να γλιστρήσει στον κόλπο σου
έπειτα ξυπνά
απ' το λήθαργο
και τον πολύ γλυκασμό
άντρας σωστός
στήνει τη σκηνή του
στην ακροθαλασσιά
και σου μαζεύει μια αγκαλιά
κοχύλια
κάνοντας όνειρα για σένα
στην ξανθιά άμμο
να σε πάρει
κάτω απ' το καύμα
του απομεσήμερου
και ζαλισμένοι
κι οι δυο
αγκαλιασμένοι
να ξεχαστείτε
στο δικό σας βυθό
που αγαπήσατε

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις