Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μακρινά φώτα

Κατηφορίζοντας
έβλεπα
στις πολυκατοικίες
τα φώτα
ν' ανάβουν
σποραδικά
σαν μικρά κελιά
εκεί κάτω
ζουν, πεθαίνουν,
παίρνουν τα μωρά αγκαλιά
κάνουν συντροφιά
στους γεροντότερους
κρατάνε το χέρι
προσπαθούν να διώξουν τον πόνο
ξορκίζουν το κακό
ερωτεύονται
έρχονται, φεύγουν
και λέω
κάτι τέτοιες ώρες
ευτυχώς θεέ μου
ξέρω ότι είσαι κάπου εκεί
εσύ για μένα
κι ας μην μπορώ
να σε κρατήσω
η ζωή μου
είναι γεμάτη και
σε λογίζω
σύντροφο
ο δικός μου άνθρωπος
η γυναίκα
η ψυχή και το σώμα μου
γιατί
αλήθεια
όλα τα βιώνεις
σωματικά
με τα χέρια
το στήθος
τα πόδια
αγαπάς, πονάς
στο σώμα έρχεται
καταπάνω
η κάθε ώρα
βλέπεις
τα καταλαβαίνω όλα
όλα τα νιώθω επάνω μου
όλα τα κρυπτογραφώ
σ' ένα κορμί
αυτή είναι  η μοίρα μου
και λέω, ευτυχώς,
που υπάρχεις
να, έφτασε η μέρα
κι οι άλλες
που θα έρθουνε
θ' ανεβαίνω
πάντα
στο βουνό
και θα σε έχω
επίμονα
επάνω μου
σταθερά βήματά μου
πόδια μου λατρεμένα
μέσα στο λαμπερό σας
περίβλημα
σας έχω
κάθε βράδυ
δικά μου
περικλείοντάς με
η καμπύλη του πέλματος
στα ψηλά παπούτσια
γίνομαι θεός
μέσα από σας
το σίγουρο βήμα
τανύζοντας
τ΄ ακροδάχτύλα
τόσο με συνέχετε
που δεν μπορώ πια
ξυπνώ
κι αφήνομαι
να μ' οδηγήσετε
στην έξαψη
και τον πόθο
δεν είναι διαστροφή
η λατρεία που σας έχω
κι όποιος δεν καταλαβαίνει
κανένα πάθος
δεν τον κατέχει


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις