Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βιβλίο


Λέω να φύγω
να πάω πού
οι τόποι στενεύουν
το σκόρπισμα 
της ξαφνικής ριπής του ανέμου
το τρένο που μακρύνεται
από την αποβάθρα
βλέποντας από το παράθυρο
όλα γίνονται μιακουκίδα
και τίποτα τελικά
δεν είχε σημασία
δεν είχα βλέμμα
κυκλοφορούσα άδειος
ξερνώντας σκοτάδι
και άγριους εφιάλτες
αλλά ούτε καν αυτό
πηχτό σαν πίσσα υγρή
κατεβαίνει καίοντας τον οισοφάγο'
έλεος, για τα χείλη σου
να ανασάνω 
να πεταχτώ σαν χρυσαλλίδα
από το στόμα σου
έλεος από τα χέρια σου
να με αλείψεις με νερό και σύννεφο
να μπορέσω για λίγο
να πετάξω παραπέρα
και μετά
πάλι ας καρφωθώ με το κεφάλι
μη μακραίνεις
μη γίνεσαι το ελάχιστο υπόλοιπο
σαν τον τελευταίο
επισκέπτη στον σταθμό
που παίρνει ήδη 
τον βαρύ δρόμο
του αργού γυρισμού
πριν στις ράγες
αναλωθεί όλη η ζωή μου
πριν πέσει το βράδυ
θλιβερά υπέροχο
στα ορεινά περάσματα
και οι ώρες αδειάσουνε
σαν βιβλίο που πέφτει
από την αγκαλιά 
αυτού που αποκοιμιέται
και χάνονται οι σελίδες του
μα ευτυχώς
οι σήραγγες
βγάζουν πάντοτε
σε ένα φωτεινό πέρασμα
και σ' όλα τα χείλη
ζωγραφίζεται ένα γλυκό χαμόγελο
το δικό σου χαμόγελο
σαν ξυπνάς
και με βρίσκεις μέσα σου
σαν το σελιδοδείκτη
που πάντα  δείχνει
τη σωστή σελίδα 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία