Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κορίτσι με χρυσάνθεμα


Κορίτσι με τα χρυσάνθεμα 
στα μικρά χεράκια
αγκαλιάζει τον ίδιο τον ήλιο
χαμογελάς αμέριμνα
δεν βλέπεις τα σημάδια
της καταιγίδας που μαίνεται
πόσο σε ζηλεύω
στη ζεστή αγκαλιά της μαμάς
στο λεωφορείο
πηγαίνοντας στο σπίτι
μετά από μια όμορφη βόλτα στο πάρκο
πόσο κοντά είναι η ευτυχία
θεέ μου
τα πράγματα που μας κάνουν 
και χαμογελάμε
ποτέ ξανά
δεν θα βρούμε
αυτό το αθώο κοριτσίστικο
χαμόγελο
ποτέ ξανά, μητέρα,
δεν θα γεννηθούμε μόνο
για ν' αγαπάμε το φως
να σκαλίζουμε με τα χέρια το χώμα
και να επιστρέφουμε ευτυχισμένα
στο μεσημεριανό τραπέζι
με κάνεις τόσο χαρούμενο'
σε βλέπω και θέλω να κλαίω
δεν μπορώ ν' αντικρίζω 
την αθωότητα
στα ξανθά σου μαλλάκια
ταιριάζουνε τόσο
τα χαρούμενα χρυσάνθεμα
πόσα πράγματα
όμορφα και μοναδικά
περνάνε δίπλα σου
ενώ τρέχει το λεωφορείο
δεν χρειάζεται να καταλάβεις τίποτα
όχι τώρα
αργότερα, 

όταν με λέξεις
προσπαθούμε να παραστήσουμε
έναν κόσμο που μαραίνεται μεγαλώνοντας
πόσο σε ζηλεύω για τη μικρότη σου
βλέπεις, εμείς, 
δεν μπορούμε πια να σταματήσουμε
να κυλάμε
όλο και πιο γοργά
όλο και πιο μαυλιστικά
να μπορούσα μια στιγμή
να ξαναδώ τον κόσμο
μέσα απ' τα μάτια σου
καθώς απομακρύνεσαι
πάρε μαζί σου
ως εντύπωση παράξενη
της μέρας
ένα αχνό, αμήχανο χαμόγελο
του περαστικού ποδηλάτη....











Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία