Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δεν πιστεύω

Μου αρέσει να βλέπω
γυρνώντας το βράδυ
τα φώτα ν' ανάβουν
μικρές λιτανείες 
στα μπαλκόνια
με γιρλάντες, καραβάκια
κι ηλεκτρικά έλατα
με ηλεκτρικές καρδιές
στους δρόμους συντονίζονται
ποιος είμαι εγώ που θα πω
αν είναι ολόφωτη η ζωή
ή πέρα ως πέρα σκοτεινή
έπειτα θα κατεβάσω κι εγώ
τα λιγοστά μου στολίδια
θα παρατηρώ με τις ώρες
το πλαστικό μου φως
στη τζαμαρία
στο μπαλκόνι
θυμάμαι που κρεμούσαμε
απ' τα κλαδιά 
μικρά φαναράκια
σαν αυτά που δείχνουνε
το δρόμο
μέσα στην ομίχλη και το κρύο
τώρα περνάνε
Σάββατα και Κυριακές
γιατί να έχω διάθεση
αν δεν μπορώ
να σου δώσω στο χέρι
τα φωτάκια
αν δεν πίνουμε
ντυμένοι τα μπουφάν μας
ανίκητοι εμείς
μέσα στο χαλασμό
και τον χειμώνα 
στα μικρά ποτήρια
του λικέρ
που ακόμα περιμένω
να ανοίξουμε
έπειτα να ανάψουμε
όλα τα μικρά φαναράκια και
τα φώτα στην πικροδάφνη
το  σκυλί να μπλέκεται 
στα πόδια μας και
να ανεβαίνει επάνω
μα τι κάθεσαι τώρα
και συνάζεις
στιγμιότυπα μακρινά
είναι που δεν πιστεύω πως
πίσω απ' όλα αυτά τα φώτα
η αγάπη ζεσταίνει το κάθε σπίτι
πακετάρει τα δώρα
για τον καθένα χωριστά
κι ετοιμάζει το δείπνο
στο τραπέζι με κεριά
και δυο κολονάτα ποτήρια
κατακόκκινο κρασί
δεν πείθομαι 
ωστόσο
και μόνο να το δω
μ' ευχαριστεί
πόση ανάγκη έχουμε
οι άνθρωποι οι απλοί
ένα τραπέζι στην αυλή
ένα κερί 
κι έλα κοντά
να ζεσταθούμε
και ξανά τα μυστικά 
απ' την αρχή να μοιραστούμε





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις