Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα φώτα της Κυψέλης

Κοίτα το βράδυ
τα μικρά και μεγάλα φώτα
στα στενά της Κυψέλης
τα μαγαζάκια
τον καθημερινό μόχθο
και τα ευτυχισμένα μάτια
των ανθρώπων που
ευόδωσαν στον
καθημερινό τους κάματο
να κρατήσουν στα χέρια τους
αγαπημένα χέρια
όμορφα στολισμένα
με τη στοργή
των οικείων
τα πρόσωπα που
μας κάνουν και
κλείνουμε ήσυχα τα μάτια μας
γλυκαίνοντας
το σκοτάδι
να μην ξυπνάμε
μέσα στη νύχτα
υπνοβάτες ακόμα'
κι όταν πια έχει ξημερώσει
τα κορμιά μας γίνονται
αγωγοί του φωτός
εμείς τα παραγεμίζουμε
καπνούς κι άναρθρα
λεξιλόγια
είναι τόσο απλό
το αλφάβητο του έρωτα
όλα ταιριάζουνε
όλα στη θέση τους
αρκεί
ν' ανηφορίσουμε ξανά
τα στενά της πόλης μας
εδώ έχεις αφήσει
να περιφέρεται
ένα κορίτσι
με κοντά μαλλιά
πέντε έξι δρόμους
παρακάτω
στρίβοντας τη γωνία
πάντοτε βρίσκω μπροστά μου
ένα πέτρινο σπίτι
χωρίς παράθυρα
ερμητικό και λυπημένο
θέλω από καιρό
να μπω μέσα
ν' ανοίξω ένα πέρασμα
για να περνάει ο ήλιος
από τη μια μεριά
μέχρι την άλλη
να βγούμε στο δρόμο
να συναντηθούμε
τους παλιούς φίλους
ν' αγαπήσουμε ξανά
ό,τι μας άφησαν τα χρόνια
πώς γίνεται αυτό να το θέλω
σαν κάτι εντελώς δικό μου
κοίταξέ με
η απάντηση είναι στα μάτια σου
στο βλέμμα που με καθηλώνει
διαπερνώντας όλη τη διαδρομή μου
ευτυχώς σε πρόφτασα
θα τα ξανακερδίσουμε όλα
χαρούμενα- θλιμμένα
χριστουγεννιάτικα
της Κυψέλης φώτα





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις