Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εικονολάτρης

Να στόλιζα τα χέρια
και τα πόδια σου
να σε φιλώ
γλυκά να σε φιλώ
να μην αφήσω 
ούτε μια τόση δα
σπιθαμή απ' το κορμί
ν' αγγίζω με πόθο 
και χαρά
κάθε σου άκρη
και κρυφή πτυχή
τίποτα που να μη γευτώ
να μην αφήσω
ρουφώντας κάθε σου πηγή
τα χείλη μου διψάσανε
για σένα
κι έσκυψα να σου ψιθυρίσω
τα λόγια μου να νιώσεις
την κάθε μου δόνηση
μέσα σου να ενσταλάξω
χωρίς κανένα όριο
τίποτα μη μετράει
σε χρόνο
σε λεπτά
μόνο σε χάδι 
και φιλί
πώς να χορτάσω 
αυτή την πείνα
πώς να ημερώσω
πες μου πώς γίνεται
να πάψω 
μέσα από σένα ν' ανασαίνω
σε έβλεπα το βράδυ
απ' τη μισάνοιχτη την πόρτα
σημάδευα τα χείλη
με το βλέμμα μου
επάνω σε κάθε σου καμπύλη
κρυφά και λάγνα
έτσι που ερωτεύομαι
την κάθε σου εικόνα
που μπορώ να αποσπάσω
μετά αργότερα
σε βλέπω και αφήνομαι
χαράζω μέσα μου
το χείλος σου
στα μάτια που κοιτάζουν
που τόσο σίγουρα
μιλάνε για τον έρωτα
που απ΄τη μορφή σου ξεχειλίζει
έχω ένα πάθος
δεν το κρύβω
κάτι δικό σου
με κυριεύει
θεριεύει μέσα 
και μεστώνει
κι είναι θαρρώ
αυτό το βλέμμα
σαν να το ξέρεις πως σε μένα
και κάθε βράδυ απευθύνεσαι
διαπερνά ξάφνου το χρόνο
και διαλύει την απόσταση
καθηλωμένος και σαστίζω
πώς γίνεται να σ' αγαπώ
πριν σ 'αγαπήσω
πριν να σε νιώσω
να σε νιώθω
άλλη δεν έχω πια ΄
εξήγηση
από τον πόθο αποκάμνω
χωρίς να αγγίζω καν
το σώμα μου
λες πως αυτή σου η εικόνα
με απορροφά
με εξακοντίζει
και με σκορπά
μες το  λαιμό σου
κρύβομαι, δες,
στο μενταγιόν σου
κι έτσι και συ 
με έχεις πάνω σου
χωρίς να ξέρεις
μα γνωρίζεις
απ΄τη μορφή αυτή 
πως λιώνω
και περισσότερο ζητώ
μεμιάς σαν κύμα να χυθώ
και να στολίσω
το λαιμό σου














Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις