Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γυμνές ψυχές

Ναι
επαίρομαι επάνω σου
διασχίζω χιλιόμετρα υγρά
ολισθαίνοντας
στο εσώτερο σημείο που
ένα σημάδι
αφικνούμαι
με την αποσκευή του έρωτά σου
κατάφορτη τόσο που
δεν με φτάνει πια
το σώμα μου μισό
χωρίς την έκτασή σου
μέσα στο χώρο
δεν γίνεται να μετράω
τις αποστάσεις
τις σκέψεις και τις επιθυμίες
έξω από τη δική σου
γεωμετρία
με τον πηλό στα χέρια
ένας κόκκινος κύκλος
τα χείλη
δαχτυλίδια φωτιάς
σαν το γύρο του θανάτου
σ'  ένα κλειστό βαρέλι
αυξάνοντας τους παλμούς
ανεβαίνοντας όλο και πιο
ψηλά
τόσο που
φτάνοντας στο χείλος
με κίνδυνο να εκτοξευθείς
στο χάος εκεί έξω
μην με αφήνεις
στο εχθρικό πεδίο των
διάσπαρτων νοημάτων
δεν τα καταλαβαίνω αν
αν μείνω και πρέπει λέει να
να λύσω αυτό το γρίφο
δεν θα τα καταφέρω
λιγοστεύω απότομα όταν
πρέπει να γίνω πάλι
το ατομικό μου κέλυφος
δυο στιγμές αλήθειας
όλες κι όλες
ίσως και τρεις
προλαβαίνουμε μετά βίας
ας είναι η μία απ' αυτές
να κρατά -  θεέ μου -
όσο τα σώματά μας
δεν είναι πια
σώματά μας αλλά
το πεδίο που πέφτει ο άγγελος
με το σπαθί
και γλυκά σταλάζει το αίμα
ενώ χανόμαστε
στον ορίζοντα χρόνο
κατακλυσμιαίοι
χωρίς νου
χωρίς σκέψεις
έξω απ' το κέλυφος
γυμνές ψυχές
που σπαράζουνε στον έρωτα
έξω από κάθε χρόνο
στο χείλος της αβύσσου
που με άφατη ηδονή
μας καταποντίζει





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις