Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στο περιστύλιο

Στο περιστύλιο
το φως και η σκιά
τα πέπλα που υφαίνουν
σκοτεινοί ακροβάτες
σαν φωτάκια που κρέμονται
από τις στέγες των σπιτιών
διαβαίνοντας πέρασαν
πολλά λόγια που ειπώθηκαν
και άλλα με την ορμή
των αβέβαιων πολλαπλών ειδώλων
στάθηκα με βεβαιότητα
πίσω από τους καθρέφτες
με την ψευδαίσθηση του βάθους
να μην κάμπτει τη θέλησή μου
στο περιστύλιο
επανέκαμψαν
οι γυμνές χορεύτριες
οπάλινα σώματα
στη σμίλη του χιονιά
το αληθινό και το μη
ένα διάχυτο μεσημέρι'
ο χορός και η σκιά
τα μέλη ή ο άνεμος
να είναι που λικνίζονται
ονειροπόλοι χαρταετοί
αντιφεγγίζουν στα χαρούμενα
μάτια των παιδικών χρόνων
κι ο αιώνας κυλάει κυλάει
εμείς γλιστράμε απαλά
επάνω στο φρέσκο χιόνι
χωρίς να βρέχουμε τα ρούχα μας
πετάμε επάνω από
τα βαριά σύννεφα
ανάλαφρες οι καρδιές μας
φτερουγίζουν
κι ο ήλιος λάμπει
πίσω από τα μάρμαρα γιατί
θα έρθω να σε βρω
γιατί θα έρχομαι
υμνώντας στο ναό σου
χωρίς να χρειάζεται
ν' αρθρώνουμε το παραμικρό πια
ανόητα λόγια
μόνο να χορεύουμε
με υπόκρουση τον άνεμο
και φόντο την άνοιξη
που αργοσαλεύει
μέσα από τ' ανθισμένο στήθος

Hommage στην αιώνια ανέμελη νιότη ... 
ό










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις