Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διαβαίνοντας

Στάθηκα στη μέση
γύρω μου διαχέονταν
ένα βουητό
περαστικοί
τα καταστήματα
μετρώντας ώρες
για το σχόλασμα
τα φώτα στον πεζόδρομο
γκρίζες αντανακλάσεις
στη στεγνή άσφαλτο
σε βλέπω να κινείσαι
και να σκορπάς αδιόρατα
αλλά και φανερά
το εκνέφωμα γυναίκας
επάνω σου αγγίζοντας
τα στάχυα
του ώριμου θέρους
μεστωμένα χείλη'
και μάτια
α, μάτια μου
υγρό μου μέλι
δεν είμαι καλός
ούτε και κακός
θέλω να βλέπω
αυτό που με κάνει
να νιώθω αληθινά
να ξεφεύγω από
τη γκρίζα απάθεια
και τα δύστροπα φερσίματα
ένας που ερωτεύεται
βγάζει τα σκούρα γυαλιά 
και πετάει μακριά με περιφρόνηση
το προσωπείο της απάθειας
ζει με το σφυγμό του πάθους 
ελεγεί στο κορμί που ποθεί
περνάει νύχτες συντροφιά με
τα πολύτιμά σου ενδύματα
κοιτάς με προφίλ
θέλω να εισχωρήσω μέσα από 
το μικρό άνοιγμα που 
λοξά αφήνεις
ω, μοναδική μου
δεν θα σ' αφήσω ποτέ
να ησυχάσεις
θα σε πολιορκώ διαρκώς
όλο και βαθύτερα
θα σε τριγυρίζω και 
την κατάλληλη στιγμή
όταν εσύ θα με αφήνεις
θα μπαίνω στο βυθό
πίσω από τα μάτια σου
θ' αναζητώ 
το είδωλό σου
εδώ μπροστά μου
θα σε διαβάζω
με τα δάχτυλα
τα εφηβικά σου δάχτυλα
παίρνοντας στο στόμα
ένα ένα
και με ξάφνιασμα γοργό
ανακαλύπτοντας ξανά
τη λεπτή μυτίτσα
τ' απαλά σου χείλη
τη σφριγηλή σου σάρκα
που πάλλεται κάτω
από χρώμα και άρωμα
όλα αυτά 
θα τα κλείνω εντός
κάθε φορά
με την ίδια λαχτάρα
όπως πρώτα
κι ακόμα περισσότερο
πάντοτε 
θα σ' αναζητώ
όλο και πιο κοντά
χωρίς ποτέ
στο τέλος σου
να φτάνω








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις