Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στο λιμάνι

Έρχομαι δρομαίος
σπεύδοντας
στα μυστικά σου κελεύσματα
υπάρχει μια γραμμή
που ενώνει
σαν δύο σημεία
που τέμνονται
εφάπτομαι
στο λείο ύφασμα
γλυστρά το χέρι
αναζητώντας το γνώριμο
καμπυλωτό σχήμα
κλείσε με εκεί
δεν θέλω να φεύγω
και να
μένω εδώ
έλα και στάσου κοντά
μια μικρή
ελάχιστη εγγύτητα
θα μπορούσα
να εκραγώ επί τόπου
εκπληρώνομαι
εντός σου
εγγύτερον
προπαντός
βυθίζοντας
σαν τεθλασμένη
ακτίνα φωτός
σ' αυτό το βλέμμα
μη λες τίποτα
τα λόγια μονάχα
θα ευτελίσουνε
το όλον
που αντανακλά
σ' αυτό το γελαστό
των βλέφαρων γλυκασμό
με μια μικρή θλίψη
για τον σύγκαιρο
αποχωρισμό
μέσα μου σκιρτά
κάτι που
με περιβάλλει
σαν ήρεμη θάλασσα
και κολυμπώ
ασυγκράτητα
και ακούραστα
προς ένα σκοπό
με τα χέρια τεντωμένα
και τα άκρα
σε απόκοσμη έκταση
γυρίζω στο δρόμο
στροφή δεξιά
με γκάζι στη λεωφόρο
κι όμως είμαι
ακόμα πίσω
ακόμα κοιτώντας
όσο ποτέ άλλοτε
τόσο πολύ
λαχτάρησα
να χαθώ
σ' αυτά τα μάτια που
δεν φοβάμαι τίποτα πια
είμαι δικό τους απείκασμα
που υλοποιείται
κάθε στιγμή
σε κάθε έκφραση
του σώματος ώσπου
με τα μάτια κλειστά
και το στόμα
ν' αναζητά το στόμα
να ξεχαστώ
για πάντα
μέσα τους

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις