Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στη θάλασσα

Πού να είσαι
δεν υπάρχουν δρόμοι
για να με χωρέσουν
το μόνο που θέλω
είναι
να βάλω
τ' αθλητικά
να περπατήσω
στα στενά
της Κυψέλης
ν' ανέβω ψηλά
εκεί πάνω
απ' το παλιό σπίτι
δεν ξέρω γιατί
αυτή η ανάβαση
με φέρνει πάντα
πιο κοντά
σε σένα
τι επιμονή
να προσπαθώ
ν' ακολουθήσω ανάποδα
το ρεύμα του χρόνου
λες και μπορώ
πηγαίνοντας αντίστροφα
κάπου ξαφνικά
πίσω από ένα στενό
ή σε μια μικρή πλατεία
να σε δω
να βαδίζεις βιαστικά
με αυτό το χαρακτηριστικό
λίκνισμα
την κίνηση του κεφαλιού
το χαμόγελο
τα λευκά δόντια
τα χείλη μισάνοιχτα
 - ευτυχισμένη πληρότητα
πώς χαίρομαι να σε
κοιτώ αχόρταγα -
νομίζω πως μπαίνοντας
επίμονα
σφήνα στο χρόνο
θα σε ξαναβρώ
στην αρχή
αλλά τι μάταιος
ναρικισισμός
τι ανόητο παιχνίδι
με τη μοίρα
με τις ώρες
τα χρόνια
τους ανθρώπους
που σε τριγυρίζουν
τα φευγαλέα πρόσωπα
που θαμπώνουν
στην ομίχλη
τους επιβάτες
που περνούν
τις προσόψεις των παλιών
πολυκατοικιών
τα σύννεφα που φαίνονται
πιο κοντά
από ψηλά
είναι επικίνδυνα
κι απότομα
στα στενά
μπορεί ξαφνικά
να δεις ξανά
αυτό
που άφησες πίσω
καλύτερα
να κατεβαίνουμε
στη θάλασσα
αυτή δε ζητά
δεν ορίζεται
όλα ξαναγεννιούνται
κάθε στιγμή
μ' ένα νέο φως
εκεί να μείνουμε
στο σπίτι στην παραλία
μια δυο και πάλι μέσα της
λουσμένοι στο φως
αγγίζοντας απαλά
τον ορίζοντα
τον ήλιο που χάνεται γοργά
την τελευταία εντύπωση
της μέρας
έτσι μπορώ
να σ' έχω
μαζί σου
δεν φαντάζομαι
άλλο τρόπο
παρά στα υγρά μάτια σου
ν' αφήνομαι
στη στεριά σου
ν' ανασαίνω βαθιά
το σώμα σου
τα μαλλιά
τ' ακροδάχτυλα
να πίνω
μια θάλασσα
από το στόμα σου
και να γελάω
σαν παιδί
όλα πρώτη φορά
πρώτη γεύση
πρώτο άγγιγμα
ξανά
πρώτο φιλί
ξανά
αν το μπορείς
αυτό
λέγεται
ξαναζω

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα