Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

όριο

φοβάμαι
να φοβάμαι
μήπως ξεχάσεις
το περίγραμμα
του προσώπου μου
μη γίνω ένα
απρόσωπο τίποτα
και με προσπεράσεις
όπως προσπερνάμε αδιάφορα
παλιές φθαρμένες
αφίσες
θαμπές επιγραφές
θολές εικόνες
φοβάμαι
και ξέρω πως
δεν πρέπει
έχω μείνει πολύ
καιρό εκεί έξω
έγκλειστος
δε θέλω πάλι
ξέρω
πονάω και γω
σωματικά, έντονα
φορτικά
παλεύω
με αυτό
το βράδυ
με τη ζέστη
με τα σεντόνια
που μαζεύονται νευρικά
απελπισμένες
χειρονομίες
θ' ανοίξω το παράθυρο
και θα κολυμπήσω
στο πεζοδρόμιο γυμνός
σε φέρνω στη σκέψη
σε κρατώ
σε νιώθω
τόσο έντονα
που έρχεται ζάλη
πονοκέφαλος
και μια τρέλα
μια παραφορά
πως θα τρέχω
και δεν θα σε φτάνω
πως θα παραμένω καθηλωμένος
πνιγμένος σε ένα δάσος
από φακέλους, αιτήματα
όλοι κάτι ζητούν
όλοι κάτι χρειάζονται
μα αφήστε με
τα χέρια τους αόρατα
και σαν αράχνης διάφανοι ιστοί
μας κρατάνε
αφήστε με
θέλω να πετάξω
να χορέψω
να σε πονέσω
να νιώσω την άγρια
χαρά της ξανά
κατάκτησης
να υποτάξω κάθε σου
επιθυμία
στο κέλευσμα
του παράφορου
να βρεθούμε
στο πάτωμα
όπως άλλοτε
για να υψωθούμε
αστραπιαία
στα πιο
ακραιφνή
χωρίς
να γνωρίζουμε
ποτέ
κανένα
απολύτως
όριο



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις