Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ξεκλείδωτα

Η λεηλασία
του χρόνου
πράγματα
που έχουμε ξαναπεί
δυο φλούδες
πεταμένες στο νεροχύτη
ξεχνάω τα ποτήρια
το νερό τρέχει
στα χέρια μου
στα χρόνια μου
στους λαγόνες σου
κυματοειδής κίνηση
ακολουθώ με το βλέμμα
μέχρι που θολώνει
ο ορίζοντας
και πρέπει
να πάρω το δρόμο
να πάψω να γκρινιάζω
να κρύψω το πρόσωπό μου
το μηχανάκι
μπαίνει σφήνα
ανοίγει την πόρτα σου
καρφώνεται στο δωμάτιό σου
μπαίνω σφήνα μέσα σου
βαρέθηκα ν' ακούω
για πράγματα
πιθανόν σημαντικά
σε μια ευτακτοποίητη ζωή
η προθεσμία, ο λογαριασμός
το ποσό
α, κυρίως αυτό
να προσέχει κανείς να μην υπερβεί
το όριο
μην τυχόν και πιστώσει
λίγη παραπάνω συγκίνηση
αίσθηση, γέλιο δάκρυ
πόνο χαρά πείνα δίψα
έρωτα
ανθρώπινα πράγματα
στο λογαριασμό του
εχθές δεν κλείδωσα
την πόρτα
ενδόμυχα
ήσυχα
με ένα ήρεμο πείσμα
περίμενα
πως θα 'ρθεις
όπου να 'ναι
με ένα ανήλικο
παράπονο
ωστόσο
μην το μαλώνεις το παιδί
χάιδεψέ του
το κεφάλι
και δείξε του
το περίγραμμα
των χρωμάτων
την ώρα
που απλώνεται
η δύση
στο κρεβάτι
άμμος, αρμύρα
φιλιά

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις