Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ζώο

Δεν καταλαβαίνω
είναι τρελό
παράλογο
δεν είμαι εγώ
αυτός
δεν είμαι εγώ
μη με ακούς
ούτε και γω
δεν καταλαβαίνω
ασυνάρτητα
δίχως νόημα κανένα
σκοτεινή ύλη
ακατέργαστο
πέτρωμα
σκοτάδι
σαν εκεί που
πηγαίνεις μια χαρά
ξαφνικά σκοτάδι
σαν να πέφτεις
μέσα σε ξερό πηγάδι
άνυδρο, καυτό
τα χείλη σκάνε
η καρδιά πάει να σπάσει
μα τι πας να κάνεις;
είσαι τρελός;
χτυπάς το κεφάλι
στον τοίχο
σύνελθε, σύνελθε
γκρεμίζεις
το σπίτι με τα όνειρα
δε βλέπεις;
όχι,
δε θέλω
να σε απωθώ
θα σκουπίσω τα μάτια
θα τινάξω
τη σκόνη απ' τα μαλλιά σου
θα βουτήξω
ξανά μέσα σου
σώσε με
ο αέρας δε φτάνει
- μα με τραβάς κι εμένα
στο βυθό της τρέλας σου...
χτυπιέμαι σαν το σκυλί
ν' ανέβω πιο πάνω
στο ανθρώπινο μπόι
στο ύψος του άντρα
κλαις σαν γυναικούλα
θυμώνω να σε βλέπω έτσι
και δεν καταλαβαίνω
πιο πολύ εσύ με τρομάζεις
και πατάω πίσω
είσαι εσύ;
εσύ που αγαπώ;
- δεν είναι άλλος κανείς
εγώ, μ' ένα ζωώδικο φόβο
ένα τρομαγμένο ζώο
που όσο ζητά να οχυρωθεί
στην αγκαλιά σου
πληγώνει άθελα
με δόντια και νύχια φοβισμένα
κράτα το
ημέρωσέ το
στην αυλή σου
είναι άγριο, λοξό
αλλά πιστό
και μπλέκεται
στα πόδια σου
μ' επιμονή
περιμένοντας
τίποτ' άλλο
παρά
ένα χάδι σου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις