Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εξ όψεως

Ίδια παραλία
στις ίδιες πέτρες
κατέβηκα 
απ' τα ίδια σκαλιά
κάθισα στο ίδιο σημείο
κολύμπησα
την ίδια διαδρομή
κι όλα
ήταν άλλο
τίποτα όπως τ' αφήσαμε
έψαχνα να βρω
τα χτεσινά 
αποτυπώματα
πόσο ύπουλα 
δουλεύει ο χρόνος
τη μια 
κάθεσαι 
και βλέπεις 
τη θάλασσα
να ιριδίζει
στο φως που δύει
στο χέρι σου
πάλλεται η ζωή
ακουμπώ το δέρμα σου
ανιχνεύω τις καμπύλες
γιατί με κοιτάς;
γιατί ξέρω πως αύριο
θα 'ρθω 
και θα σε αναζητώ
θα βλέπω
κάποια που σου μοιάζει
και δεν θα είσαι 
θα περπατήσω
στις πέτρες 
και δεν θα σε βλέπω
το σίγουρο βήμα σου
το στιβαρό σου πέλμα
θα  βουτάω, αναπνοή, 
ένα δύο τρία, αναπνοή
και δεν θα ξεμακραίνεις 
πιο μέσα
θα τσακίζομαι 
στα ίδια κοφτερά βράχια
και δεν θα με τραβήξεις
μακριά απ' αυτά
γιατί ξέρεις, αγάπη μου,
πώς να μη μ' αφήνεις
να πέφτω 
σε κακοτοπιές
κι όμως, εσύ
με καθοδηγείς
σ' ακολουθώ 
μ' όλη τη βεβαιότητα
του ταξιδιώτη
που ακολουθεί
τον οδηγό του
στο νέο τόπο
κι όσο ξανοίγεσαι
θέλω τόσο μα τόσο
να μπορώ
να σε φτάσω
σε παρακολουθώ
με το βλέμμα
φοβάμαι σαν παιδί
και παρακαλώ
να γυρίσεις έξω,
όπως όταν παιδί, στ' αλήθεια,
περίμενα το βράδυ
ν' ακούσω το κλειδί
στην εξώπορτα
τα βήματα στη σκάλα
για να επιστρέψω
με ασφάλεια στον ύπνο
ξαναγυρνάω και γω
πολλές φορές 
στο παιδικό δωμάτιο
όπως και συ
στο περίκλειστο σπίτι 
με την αυλή από μέσα
είναι αυτή η αυλή
που αναζητάμε
ένα φως στο δωμάτιο
για να μη φοβάται
το παιδί
ένα μικρό φως 
να διώχνει πέρα
το κακό
πας τόσο μέσα
πώς θ' ακολουθήσω;
πώς θα κοιμηθώ πάλι απόψε;
τα σεντόνια 
δεν τα έστρωσα
φοβάμαι
μη διαχυθεί 
το άρωμά σου
ωστόσο, βλέποντας
τα σημάδια μας
μπορώ να είμαι 
πιο σίγουρος
για τις μέρες 
που θα 'ρθουνε
πως, τελικά,
όσο κι αν δε φαίνεται
εκ πρώτης όψεως
η κυρία μένει
απλά εδώ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις