Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Φωλιά

Θα κυλιστώ
στο πάτωμα
μαζί με τα κουρέλια
μαζί με τη γάτα μου
θα κυνηγάω 
το σκοτάδι
μήπως και βρω 
εδώ κάτι
κάτι δικό σου
που το χρειάζομαι
απλώνομαι 
στο κρεβάτι
και περισσεύω 
από παντού
όλα θα τα κλείσω
κι η μουσική 
θα είναι βάσανο
πάλι θα καπνίσω
και θα ζητάω 
στον ύπνο βάλσαμο
αυτό δεν θέλω 
μονάχα να το ξέρεις
κάποια βράδια 
είναι πιο δύσκολα
ζεστά, μοναχικά
και οι φωνές 
απ' έξω λένε
πως ο κόσμος 
εκεί υπάρχει 
αλλά εδώ στέκεται 
ο χρόνος
σαν τη σκόνη
στο γραφείο
στο πάτωμα τα βιβλία
η κιθάρα στη γωνία
δίπλα 
απ΄ το ποδήλατο
που μου χες πάρει
στα γενέθλια
ένα βράδυ
στη Γλυφάδα
μ' αρέσει 
να τα θυμάμαι
μα δεν μ'  αρέσει 
που μου λείπεις
τόσο που κι όταν 
εδώ είσαι
κάποιες φορές
ξέρω, 
σωπαίνω
νιώθοντας 
το βάρος 
της άλλης μέρας
πριν καν να έρθει
νομίζω 
ότι σου έχω κολλήσει
αυτό το ζόρι
να έρθουν 
πάλι οι άλλες οι μέρες
να πονάω
από την έξαψη
και όλ' αυτό
να είναι η αγάπη
όλα μαζί
αλλά και χώρια
ένα πιάτο 
ένα κουτάλι
ένα ποτήρι
και μια μποτίλια
δυο χείλια
ένα σώμα
που με ρουφάει
ολοδικό του
που βυθίζομαι
με ζάλη
κι όλο ανεβαίνω
και μένω μέσα του
κατακτώντας
όλο αυτό 
το ένα το μεγάλο
και το άπειρο
που προσπαθώ 
να ερμηνεύσω
κι όλο ζητάει 
και λέει: αύριο
δε θέλω 
να με αφήσεις
ποτέ 
να μην το φτάσω
μόνο να τρέχω
να προφτάσω
μη μου φύγει
και το χάσω
τίποτ' άλλο δεν υπάρχει 
μόνο το χέρι σου
που μ' ακουμπάει
γυρίζω 
στο πλευρό
κι είναι η ανάσα σου 
στο προσκεφάλι 
όσα ζητάω
μόνο που πάλι 
να, κοίτα. ξημερώνει
θα πάρουμε το δρόμο
θα φιληθούμε στα πεταχτά
και θα πετάξουμε 
στη μέρα
κάνοντας κύκλους
σαν τα πουλιά
που ας τους χαλάνε
ξανά τη στήνουν
τη φωλιά 
κάθε φορά
με το ίδιο πείσμα
τόση αγάπη
τόση ελπίδα
τόση ζωή
ζωή μου
εσύ
εδώ εσύ





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις