Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το παγωτό

Το παγωτό
στην κατάψυξη
το άνοιξα
με το κουτάλι
στα χείλη μου
δεν κατάλαβα
μήτε γεύση
μήτε άρωμα
άγευστα
μοναχικά βράδια
και οι γείτονες
να φωνάζουν
τα παιδιά
να συλλαβίζουν
πήρα το δρόμο
κι έτρεχα
χωρίς να θέλω
τι να προφτάσω
κι εγώ δεν ξέρω
και πού να πάω
στην ίδια ακτή
στα ίδια βράχια
εκεί που μάτωσα
τότε μαζί σου
τώρα προσέχω
να μη χτυπήσω
και κολυμπάω
σαν να με βλέπεις
σαν να 'σαι δίπλα
σ' ακολουθώ
κι έχω ένα θάρρος
όσο ποτέ
μια βεβαιότητα
που όχι τώρα
δεν την απέκτησα
στα ξαφνικά
γιατί όλα γίνονται
μέσα στο χρόνο τους
οι μέρες φεύγουν
κι εμείς κυλάμε
απλά εντός τους
στο ρυθμό τους
παραδινόμαστε
με τα κορμιά μας
σας μετρονόμους
το παγωτό
δεν υπακούει
σ' αυτό το χρόνο
που τον ορίζουνε
τα γεγονότα
που συμβαίνουνε
χωρίς εμένα
χωρίς εσένα
αλλά με το ίδιο
αυτό το πάθος
θα σε πω
με τ' όνομά σου
και θα φωνάζω
για να μ΄ ακούσεις
γι' αυτό και μένω
τώρα ψηλά
για να βγαίνω
αυτά τα βράδια
και να καρφώνω
τον ορίζοντα
με τη δική σου
επιθυμία
και να σε νιώθω
έτσι κοντά
σε μια ευθεία
κατά τη θάλασσα
που αγαπήσαμε
όσο κανείς


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις