Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το βλέμμα

Όταν δεν υπάρχει χώρος
λέξεις, ρήματα, νοήματα
άκυρα
ρητά και άρρητα
μόνο αυτά
τα βαθιά μάτια
δεν λαθεύουν ποτέ
ούτε γαλάζιο βαθύ
που σε αποκοιμίζει
ούτε μαύρο
που σε παρασέρνει
σε βυθό
ούτε καστανό
που περνά
σαρώνοντας το φως
αδιάφορα
ένα γλυκό
σαν το μέλι
κι απαλό
σαν χάδι
ό,τι δεν μου είπες
το έλιωσες
πάνω μου
απλώθηκε μια αύρα
κι έμεινα εκεί
παραδομένος γλυκά
ήταν αγκαλιά
ήταν φιλί
ήταν το πιο μεστό
σε θέλω
το είδα μπροστά μου
το νιωσα μέσα μου
τόσο επιτακτικά
τόσο επώδυνα γλυκά
που να θέλω
να γυρίσω πίσω
που όσα και να σου φωνάξω
σ' αγαπώ
δεν μπορούν να φτάσουν
αυτό που μου δείχνουν
μόνο να
να μπορούσα
αυτή τη θλιμμένη
φάλτσα νότα
να μπορούσα
να τη διαγράψω
από μέσα τους
να μη φοράς
αυτό το παλιό ρούχο
που σε βαραίνει
να γυρίσεις μία μέρα
καθαρή και διάφανη
χωρίς καμία σκιά
με καθαρό μόνο
φως
το δικό σου φως
που το βαραίνει
μια σκιά
μια ανείπωτη σκιά
ποιος εγώ
μικρός
και αδύναμος
να  μπορώ λέει
να τη σβήσω
οριστικά
και να μπορούμε μετά
να γελάσουμε
όπως ποτέ
και να ξυπνάμε λέει
αγκαλιά
όχι μόνο
στα όνειρα
στο ίδιο όνειρο
στο ίδιο δωμάτιο
στα ίδια σεντόνια
να μη μας νικάνε πια
οι φόβοι
να υπάρχουμε
νέοι και με νέο βλέμμα
αυτό ακριβώς που είδα
απόψε
και θέλω
να το ξαναδώ
και αύριο
και κάθε ξημέρωμα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις