Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα ψηλοτάκουνα

Με τα ψηλοτάκουνα σου
αχ να χόρευες για μένα
να προβάρεις τα φτερά σου
που 'ναι πάλι ανοιγμένα
τα καλύτερά μου χρόνια
πίσω να μου φέρεις πάλι
και τη νύχτα να πλαγιάζεις
στο δικό μου προσκεφάλι

Σαν γυρνώ αργά στο σπίτι
το κλειδί βάζω στην πόρτα
περπατώ σαν τον ξενύχτη
και ανάβω όλα τα φώτα
μήπως βρω κάτι δικό σου
να μου λέει πόσο μου λείπεις
για να μ' έχεις φυλαχτό σου
της χαράς μα και της λύπης

Στου καθρέφτη γράφω πάνω
τον ατμό πως σ' αγαπάω
τριγυρίζω στο δωμάτιο
και σ' αγγίζω όπου πατάω
το ποτήρι στο τραπέζι 
είναι η άδεια αγκαλιά μου
πώς θα έρθεις πες μου απόψε
να σε δω στα όνειρά μου

Με τα ψηλοτάκουνα σου
αχ να χόρευες για μένα
να προβάρεις τα φτερά σου
που 'ναι πάλι ανοιγμένα
τα καλύτερά μου χρόνια
πίσω να μου φέρεις πάλι
και τη νύχτα να πλαγιάζεις
στο δικό μου προσκεφάλι

Και οι ώρες έτσι φεύγουν
σαν τα σύννεφα μακραίνουν 
ρίχνω στάχτες στα μπαλκόνια
και τα λόγια σου μου φέρνουν
μια γλυκιά στο βλέμμα όψη
στην καρδιά μου ένα μαχαίρι
που αν το θέλεις θα με κόψει
και κοντά σου θα με φέρει

Με τα ψηλοτάκουνα σου
αχ να χόρευες για μένα
να προβάρεις τα φτερά σου
που 'ναι πάλι ανοιγμένα
τα καλύτερά μου χρόνια
πίσω να μου φέρεις πάλι
και τη νύχτα να πλαγιάζεις
στο δικό μου προσκεφάλι






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις