Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αέναος

Ξυπνώ
δεν είμαι μόνος
είσαι κοντά μου
όπου βρεθώ
λέω
δεν είν' οι μέρες
μόνες κι άδειες
τα πράγματά σου
φυλάω
στο συρτάρι
κι αναζητώ
το άγγιγμά σου
σε όλα
τη μυρωδιά σου
παντού
είσαι διάχυτη
τόσο
επάνω μου
στο σώμα
στα μαλλιά
η δική μου ιστορία
δε λέγεται
ούτε με λόγια
ούτε με ήχο
μόνο με τα μικρά
αδρά σου χέρια
κάθε φορά
ξαναγίνεται
το πιο δικό μου
αληθινό
και πονάω
και ζητάω
ακολουθώ
τα βήματά σου
γελάω, κλαίω
στη σκέψη μου
σε φέρνω
σου μιλάω
τις νύχτες
και ξέρω
πως μ' ακούς
είσαι εκεί
κι όμως σε νιώθω
και ποθώ
να σ' αγκαλιάζω
στο σκοτάδι
όταν πια
είμαι ολότελα
δικός σου
εσύ που ξέρεις
πώς να με κάνεις
να νιώθω
αυτό το ένα
ολόκληρο
αυτό
που πάντα ήμουν
αλλά δεν το 'ξερα
γιατί δεν σ' είχα
τι πάει να πει
αλήθεια, έχω,
θα πει
πως είμαι
αυτό που είμαι
γιατί εσύ
έτσι μέσα σου
καθώς με κλείνεις
σφιχτά
δυνατά
άφησέ με
έτσι να ζω
να χάνομαι
να πεθαίνω
να ξαναβγαίνω
να σβήνω
και να ανάβω
ν' ανασαίνεις
με αγωνία
να σ' ακούω
και να πρέπει
απ' την αρχή
να ξαναρχίζω
να σε φτάνω
αέναος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις