Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σε θέλω

Δεν ξέρω
πώς να το πω
κάποτε
τα πιο απλά πράγματα
δύσκολα ταιριάζουν
με τις κατάλληλες λέξεις
στην περίπτωση αυτή
είναι προτιμότερο
να καταφεύγει κανείς
σε κοινοτοπίες, όπως,
όταν καθόμαστε
στο μικρό τραπέζι
ή στρώνουμε
το καθαρό φρεσκοπλυμένο
σεντόνι
που απ' τα χέρια σου
σαν να πήρε κι αυτό
καινούρια ζωή
όταν κάνουμε
το μικρό η μεγάλο μας
περίπατο
και γυρνάμε πίσω
το χρόνο
στα Πατήσια
στην Κυψέλη
στα παιδικά μας κι εφηβικά
καλοκαίρια
τότε που βιαζόμασταν ανόητα
να περάσει ο χρόνος
όταν λοιπόν βαδίζουμε
κρατώντας το χέρι
δεν ξέρω ποια εικόνα
πιο όμορφη μπορεί
κανείς να ζήσει ζωντανά
στα στενά
στις ανηφόρες
εκεί που ο ουρανός
κερδίζει μπόι
κι οι καρδιές ψηλώνουνε
τις νύχτες τις ζεστές
εκεί νομίζω ότι
όπου να 'ναι
να θα πετάξουμε
θ' ανέβουμε με τη μία
σ' έναν μικρό λόφο
κι όλα θα είναι
σαν να ξαναγράφονται
σε μια ακουαρέλα
με χρώματα παλ
σαν τις παλιές Κόντακ
που έχουμε ξεχάσει πια
σε συρτάρια κλειστά από καιρό
κάτι τέτοιες στιγμές
με λίγη κούραση
και μ΄ ένα γλυκό βάρος
στο στήθος
όχι ανάμνηση
αλλά, να,
σαν να 'χεις
μια δεύτερη ευκαιρία
τώρα, εδώ
μπροστά στα πόδια σου
που θέλω να ψηλαφίζω
για να κερδίζω σε φως
για να σε μετρώ
και να σε χωράω
ολόκληρη μέσα μου
απ' το ακρότατο όριο
μέχρι που να μπορώ
να σε ξαναβλέπω απόψε
και τ' άλλα βράδια μας
να γίνεσαι κοριτσάκι
γιατί αλήθεια
ο χρόνος σου
δεν είναι δικός σου
γι' αυτό και δεν θυμάσαι
παρά αποσπάσματα
αλλά η ζωή κομμάτι κομμάτι
ενώνεται
και ξαφνικά
μια βραδιά στη Φωκίωνος
όλα τα φώτα, δες, ανάβουν πάλι
τίποτα δεν είναι όπως πρώτα
τίποτα παρά το δικό σου βλέμμα
που αγκαλιάζει
το πριν και το τώρα
κι ένα δάκρυ
που λέει και δε λέει
να κυλήσει
γίνεται μετά
όταν αγκαλιαζόμαστε
το πιο αληθινό
το πιο ουράνιο κι επίγειο
το πιο δικό σου απ' όλα
σε θέλω... 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Αναπάντεχα

Είμαστε οι άλλοι πετάω ένα ένα από πανω μου τα αποφόρια που φορτώθηκα στο δρόμο και πάλι ξύνω κάτω από το δέρμα ένα στρώμα εσύ ένα παλίμψηστο αυτοί θέλοντας και μη προχωράμε όλοι μαζί καταπίνοντας όλη την απέχθεια συγχρωτιζόμενος εσμός ημών και υμών με φθίνον σθένος μέρα τη μέρα κοντινοι προορισμοί μου που δεν πρόκειτα να σας φτάσω συντρίβοντας πάνω στην πέτρα το δέρας της υποκρισίας το τέρας της αλαζονείας ανακαλυπτοντας ένα πρόσωπο οικείο και ξένο αλλοιωμένο στο εσύ ξαναγενημένο  στο άγνωστο εγώ δικό μου και δικό σου αληθινό και έντεχνο αναπάντεχο και από πάντα αναμενόμενο

Σε λέω ζωή

Αν αυτό δεν είναι ζωή τότε τι είναι  ζωή μου πες μου, απ' αυτό πιο πολύ αν το κορμί δεν έχει ψυχή τότε κουφάρι σκέτο έν' άδειο κάδρο, μια χλαλοή αν το χάδι δεν  έχει καρδιά πώς θα καιγόμασταν πες μου πώς τ άγγιγμα σου δεν θα ταν φωτιά  αν το φεγγάρι ένας δίσκος κενός τότε η αγάπη ένας ήλιος  σβησμένος, ήλιος νεκρός αν τα λόγια είναι 'μήπως' και 'αν' πως να πιστέψεις αν λέω όσα δεν λέμε μόνο μετράν αν η σιωπή  δεν είναι στάλα χρυσή τότε οι σιωπές μας φωνάζουν όσα δε λέμε κι οι δυο μας μαζί κι αν τα χρόνια μας περνάνε γοργά τότε να λες 'σ' αγαπώ' να το λες η αγάπη μένει στερνά