Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λουράκι

Είναι κάτι
πράγματα
τόσο απλά
τόσο θα έλεγες
ασήμαντα
όμως μια εντύπωση
μια εικόνα
μια τόσο δα
μικρή κίνηση
μερικές φορές...
όπως, ας πούμε
όταν δένεις
το λουράκι
απ' τα παπούτσια σου
με χάρη
με υγρή και ρέουσα
αυταρέσκεια
γνωρίζοντας στο ακέραιο
ότι αρκεί αυτό το ελάχιστο
ανασήκωμα της κνήμης
η κάμψη του αστράγαλου
για να ξεσηκώσει
θύελλα
και ζάλη
αυτή τη ζάλη
που με κατακλύζει
όταν ακουμπώ
το χέρι μου
στο γοφό
κάτω απ' το φόρεμα
και το βλέπω
μετά
ξανά στο σπίτι
και δεν είναι δυνατόν
να ησυχάσω
αυτό το σώμα
βλέπω
το φουστάνι σου
ν' ανασηκώνεται
και να με σκεπάζει
να με κατακτάς
με όλα σου
τα θέλγητρα
εγώ ακινητώ
σε δέχομαι
με ορμή
κλείνεις τα μάτια
και ξεχύνεσαι
κατά πάνω μου
σα μαινάδα
ξεσκίζοντας όλα τα πρέπει
εγώ ένας μικρός
Διόνυσος
μέθη, ο χορός σου
καλπάζεις
ασθμαίνω
με κομμένη ανάσα
ανεβαίνω
στην κλίμακά σου
και λίγο πριν
ολότελα όλα
για μια στιγμή σβηστούν
δεν υπάρχει τίποτα
ούτε τα πόδια σου
ούτε τα χείλη σου
μόνο ένα ηφαίστειο
που θεριεύει
η λεκάνη σου
ένας κύκλος φωτιάς
κύματα λάβας
και υγρό φως
με κατακλύζουν
μαίνεσαι
συντρίβεσαι
υψώνεσαι
κάθετα
δεν υπάρχει πια χρόνος
δεν υπάρχω ούτε και γω
μόνο ένας άγριος
χορός
να σ' αρπάξω
να σ' ακολουθήσω
τον ίλιγγο
να νιώσω
αυτό είναι λοιπόν
το ιερό
το ανίερο
το έρεβος
και το φως που χάσκει
μ' εκατομμύρια ιριδισμούς
με τυφλώνει
κι όμως βλέπω
ό,τι μπορεί να δει
θνητός
όσο ακόμα
έχει ζωή
καθώς ατέλειωτα
με γεμίζεις
ζωή
με πεθαίνεις
και με ανασυστήνεις
με την ψυχή μου
να πάλλεται
έτσι
κατάλευκη
μ' όλα τα πέπλα πεταμένα
μέσα στα χέρια σου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις