Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο υπνοβάτης

Ο υπνοβάτης
κυκλοφορεί ανάμεσά μας
είναι μονίμως ξάγρυπνος
δεν μπορεί
ούτε να ζήσει
ούτε να αφηγηθεί τη ζωή
μέσα σε ένα διάμεσο
εγκλωβισμένος
δε νιώθει τον πόνο
και στο βλέμμα του
καθρεφτίζονται οι άλλοι
βάζει τα ρούχα του σωστά
σωστά οδηγεί
χτυπά κάρτα
και πίνει τον καφέ
απαντά
ούτε με προθυμία
ούτε και απρόθυμα
όλοι εξυπηρετούνται καλύτερα
και λένε τι καλά
που υπάρχουν κι αυτοί
δεν ξέρουν ωστόσο
τον τρόμο
που ελλοχεύει στο διάφανο του ματιού
πως όλα αυτά
που με σιγουριά περνιούνται
δεν είναι παρά αντανακλάσεις
ο υπνοβάτης
χωρίς κανείς να το γνωρίζει
πυρπολείται κρυφά
στη γκρίζα ζώνη
που περιπολεί
κάνει μια βουτιά μέσα του
και κατακαίγεται καθώς
θέλει να φτάσει
στον πυρήνα
βαδίζει απαρέγκλιτα
προς ένα σκοπό
είναι ό,τι δεν βλέπετε
όσα ανυποψίαστα περνούν
πάνω από το κατώφλι
του φυσιολογικού
απεχθάνεται το πολύ
που εξατμίζεται μέσα
σε χείμαρρους από λόγια
λιχνίζει τα απομεινάρια
της κάθε ημέρας
για να φτάσει στα ψήγματα
ανακαλύπτοντας πολύτιμα ίχνη
αναγνωρίζει τον πραγματικό χρόνο
μόνο στη λεπτομέρεια
των χαμογελαστών ματιών
είτε στα χέρια που
με αμηχανία κρύβονται
στη σχισμή των λεπτών
μηχανεύεται διαρκώς τρόπους
να κρατά το ασυνείδητο
σε εγρήγορση και
παρά τα φαινόμενα
δεν βρίσκεται ποτέ σε ησυχία
είναι πιστός φίλος
κι οδοιπόρος σύντροφος
ακούραστος
δεν ζητά παρά
ένα ελάχιστο
να κρατηθεί
να φτάσει παραπέρα
θα περάσει έξω από την πόρτα σου
διακριτικά θα σκύψει από πάνω
θα τυλιχτεί σαν καπνός
στα δάχτυλά σου
και θα πέσει δίπλα σου
γαλήνια
καθώς για τον υπόλοιπο κόσμο
απλώς θα χαράζει
όπως κάθε φορά








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα