Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εσυ οπως εγω

Κοίτα εγώ
χωρίς εσένα να το ξέρεις
πως δεν ζω
κι άμα το θέλεις να το πω
θα σου το πω
πως έχω σώμα και ψυχή
να σ' αγαπώ
Κοίτα εγώ
που μένω πίσω και δεν ξέρεις
τι περνώ
μέσα σου χάνομαι και σβήνω
και πονώ
που αυτά τα μάτια σου με καίνε
ζωντανό

Κοίτα εγώ
από παιδί περνούσα πάνω 
απ' το κενό
φυλλορροούσα κι όλα μοιάζανε
βουνό
παρακαλούσα την αγάπη'
να μου φέρει αυτό το κάτι
να ξεχνώ

Κοίτα εγώ
που έχω μάθει με το τίποτα
να ζω
πάντα να δίνω και ποτέ 
να μη ζητώ
να μένω πάντοτε πιο πίσω
μια λαχτάρα ν' αγαπήσω
να ξεχνώ

Κοίτα εγώ
χωρίς εσένα να το ξέρεις
πως δεν ζω
κι άμα το θέλεις να το πω
θα σου το πω
πως έχω σώμα και ψυχή
να σ' αγαπώ
Κοίτα εγώ
που μένω πίσω και δεν ξέρεις
τι περνώ
μέσα σου χάνομαι και σβήνω
και πονώ
γιατί εσένα έχω αίμα μου
στερνό

Κοίτα εγώ
έχω στο στήθος έναν πόθο 
μακρινό
σαν ταξιδιώτης σε βαθύ ωκεανό
σαν μία έρημο το βράδυ
μέσ το κρύο το σκοτάδι
να γερνώ

Κοίτα εγώ
είχα σημάδι στο κορμί και 
στο μυαλό
θα ρθει μια μέρα που δεν θα 'ναι
όπως καμιά γιατί σε σένα
θα γυρνώ

Κοίτα εγώ
χωρίς εσένα να το ξέρεις
πως δεν ζω
κι άμα το θέλεις να το πω
θα σου το πω
πως έχω σώμα και ψυχή
να σ' αγαπώ
Κοίτα εγώ
που μένω πίσω και δεν ξέρεις
τι περνώ
μέσα σου χάνομαι και σβήνω
και πονώ
που σ έχω πάνω μου και μέσα μου
θεό

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις