Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άρωμα

Τον Αύγουστο
τ' άστρα
είναι κάποτε
πιο κοντινά
και γνώριμα
κάθεσαι στην πίσω αυλή
ή στα βότσαλα
της παραλίας
δεν είσαι εδώ
αλλά σε νιώθω
τόσο κοντά
τα φωτεινά
σημάδια
στο σκοτεινό θόλο
αντανακλώνται
πάνω στο μπουκάλι
σκεπάζω
έναν κύκλο
τα μάτια
να μη βλέπω
τα φώτα
της πολιτείας
που ολοένα
βουίζει θορυβεί
κι αυτός ο κόσμος
πάει κι έρχεται
και δεν τον νοιάζει
που εμείς
συντονίζουμε
το σώμα
την αύρα
την ανάμνηση
και τη σκέψη
στ' αυλάκια
του μυαλού
εκατομμύρια
δικά σου σήματα
δεν γίνεται
να μην τ' αναγνωρίσεις
ξέρω ότι
φτάνουν τα μηνύματά μου
και σου γλυκαίνουν
το βλέμμα
όπως όταν
με την κάθε αίσθηση
χορτασμένη
προς στιγμή
τι υπέροχη στιγμή
αφήνεις αυτό το βλέμμα
έτσι να αιωρηθεί
σαν να σε βλέπω τώρα
στο στερέωμα
έπειτα στερεώνεις
αυτά τα μάτια
πάνω μου
και νιώθω
μια τέτοια σιγουριά
ω ναι
βλέπω όλη
την αλήθεια μέσα τους
τη στιγμή εκείνη
τίποτα δε λαθεύει
τίποτα δεν μπορεί
να διεισδύσει
μέσα στο δικό σου
αποσμέτρητο
ω σε ξέρω καλά
τέτοιες στιγμές
ίσως είναι και
το περισσότερο
ό,τι πιο αληθινό
θα μπορέσω
όχι να καταλάβω
αλλά να διαισθανθώ
ποτέ
πιο πολύ
αλίμονο
απ' αυτούς
που δεν μετρούν
ένα βυθό
μέσα απ' τα κύματα
του έρωτα
όταν δυο σώματα
που δόθηκαν
στο ακέραιο
παύοντας
καταργώντας
χρόνο, όριο, τόπο
τώρα δα
ξέρω ότι βλέπεις
ό, τι βλέπω
με τη μυρωδιά σου
κάνω τη φαντασία
να παίζει
μαζί σου
σε φέρνω
όλο και πιο κοντά
παραληρώντας
αγάπη μου
αγάπη μου
το ρούχο σου
γίνεται πανάκι
κι ανοίγομαι
ολοένα φτάνω
προς τα σένα
και νικημένος πια
από την έξαψή σου
γέρνω στο πλάι
αναζητώντας
τα μάτια
και το χαμόγελό σου
που θα γίνουνε
δικά μου
γιατί το θέλω
τόσο
περιμένω
κάτω
απ' τον έναστρο θόλο
κι αποκοιμιέμαι
με το δικό σου άρωμα
δίπλα
στο μαξιλάρι μου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Αναπάντεχα

Είμαστε οι άλλοι πετάω ένα ένα από πανω μου τα αποφόρια που φορτώθηκα στο δρόμο και πάλι ξύνω κάτω από το δέρμα ένα στρώμα εσύ ένα παλίμψηστο αυτοί θέλοντας και μη προχωράμε όλοι μαζί καταπίνοντας όλη την απέχθεια συγχρωτιζόμενος εσμός ημών και υμών με φθίνον σθένος μέρα τη μέρα κοντινοι προορισμοί μου που δεν πρόκειτα να σας φτάσω συντρίβοντας πάνω στην πέτρα το δέρας της υποκρισίας το τέρας της αλαζονείας ανακαλυπτοντας ένα πρόσωπο οικείο και ξένο αλλοιωμένο στο εσύ ξαναγενημένο  στο άγνωστο εγώ δικό μου και δικό σου αληθινό και έντεχνο αναπάντεχο και από πάντα αναμενόμενο

Σε λέω ζωή

Αν αυτό δεν είναι ζωή τότε τι είναι  ζωή μου πες μου, απ' αυτό πιο πολύ αν το κορμί δεν έχει ψυχή τότε κουφάρι σκέτο έν' άδειο κάδρο, μια χλαλοή αν το χάδι δεν  έχει καρδιά πώς θα καιγόμασταν πες μου πώς τ άγγιγμα σου δεν θα ταν φωτιά  αν το φεγγάρι ένας δίσκος κενός τότε η αγάπη ένας ήλιος  σβησμένος, ήλιος νεκρός αν τα λόγια είναι 'μήπως' και 'αν' πως να πιστέψεις αν λέω όσα δεν λέμε μόνο μετράν αν η σιωπή  δεν είναι στάλα χρυσή τότε οι σιωπές μας φωνάζουν όσα δε λέμε κι οι δυο μας μαζί κι αν τα χρόνια μας περνάνε γοργά τότε να λες 'σ' αγαπώ' να το λες η αγάπη μένει στερνά