Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μωσαϊκό

Είναι ο έρωτας
ένα μωσαϊκό
που φτιάχνεται
από τα πιο
ταπεινά υλικά
ένα άρωμα
ένα ρούχο
που κυλά στο πάτωμα
τα πέδιλα
στα πόδια σου
ν' ανασηκώνεις μόνο
το ρούχο
οι γυμνοί γλουτοί
τα πλακάκια
της κουζίνας
ο πάγκος
το παράθυρο
ας μας δούνε
σβήνω το φως
σβήνω μαζί του
κοίτα με
κλείσε τα μάτια
το πολύχρωμο φουστάνι σου
αγγίζοντας τις καμπύλες
ένα όνειρο
ξυπνώ λαχανιάζοντας
άγγιξέ με
το κραγιόν σου
γύρω από μένα
θέλω να
σου τραβάω τα μαλλιά
θέλω
να είναι
όλα δικά σου
να παίρνεις
όλη την ικμάδα μου
με πάθος
με έξαρση
με μανία
και ζήλο μοναδικό
ω ναι
μοναδική
και δικιά μου
στα πόδια μου
όρθιος
γερμένος
στηριζόμενος
στην κολόνα
σκύβοντας
μπροστά μου
γίνε πιο πολύ
πιο μέσα
πιο ζεστά
πιο υγρά
πιο αδρή
και απαλή
άγρια
και τρυφερή
κι όταν πρέπει
κοίτα με
ναι, κοίτα με
βαθιά
τρυπήσέ μου
το βλέμμα
κι αποτελείωσέ με
χωρίς κανέναν οίκτο
και όριο
ξέφρενα
στο ρυθμό
που δίνεις
αρπάζοντας
απομυζώντας
μην αφήνεις
τίποτα
κατέχεις τα πάντα
όλα είναι
απόλυτα
ένα
εσύ
δικό σου
μόνο
όλα
τώρα



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις