Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Βυθίζομαι

Βυθίζομαι
θεληματικά
χάνω
και κερδίζω
μέσα στο σκοτεινό
σου σύμπαν
σπάει το περίβλημα
χωρίς μάτια
ακολουθώ
τη μια
τη μοναδική
διαδρομή
που με φέρνει
στο κέντρο
στον πυρήνα
σε αυτό που
μόνο υπάρχει
ένα πέρασμα
που θέλω
να το διαβώ
με όλη
την αίσθηση ακέραια
όταν μπαίνω
στη διάσταση
που δεν υπάρχει
χρόνος
δεν υπάρχει
ύλη
παρά μόνο
έκταση
και βυθός
με όλη την ψυχή μου
παραδίνομαι
και όσο βυθίζομαι
τόσο ανεβαίνω
όλο και πιο ψηλά
σε ύψη δυσθεώρητα
θέλω να με καταπιεί
αυτή η άβυσσος
να ξαναγεννηθώ
ενώ αφήνω
όλη μου την ύπαρξη
να γλιστρήσει
να με κάνει
να μην είμαι
για να μπορώ
να είμαι αληθινά
να μην έχω όνομα
και υπόσταση καμιά
όλη η ουσία μου
εκτείνεται
νευρώδης
σάρκινη
αιμάτινη
σαν να υφαίνεται
ένας νέος λώρος
μια γραμμή ανεπίστροφη
προς την πλήρωση
το γλυκό μούδιασμα
ένα τίναγμα
στον ορίζοντα
λίγο ακόμα
λίγο παραπάνω
καμία σκέψη
δεν υπάρχω
τη στιγμή
που με κάνεις
να είμαι
ό,τι περισσότερο
και ό,τι πιο αληθινό
μπορεί να υπάρξει ποτέ
ένα όριο που μόνο
το πέρασμα
απ' τη ζωή στο θάνατο
και το αντίθετο
μπορεί
να το περιγράψει
ένα απόλυτο
που δεν ορίζεται
παρά μόνο
βιώνεται
απ' όσους μπορούν
να διαλύσουν
ολοσδιόλου
όλο το εγώ
μέσα στο εσύ
εναποθέτω
όλη μου
την ύπαρξη
με όση ψυχή
μπορεί να χωρέσει
σ' ένα σώμα
και όσο σώμα
μπορεί να ντύσει
μια ψυχή
ενώ
βυθίζομαι
κι εσύ
δεν ξέρεις
γιατί μόνο
κι απόλυτα
κι ατέρμονα
έχεις,
γυναίκα
ανάσα
ψίθυρος
κραυγή
λύτρωσέ με
και μη μου το λες
ποτέ
να μην το κατέχω
γιατί
δεν μπορώ να το κατέχω
παρά μόνο όταν
όλο μου
το αίμα
είναι
εν σπέρματι
το θέλω
σε ό,τι
ζει
μέσα σου









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις