Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εκ νέου

Κοιτώ
και πάλι αγγίζω
καμία αίσθηση
δεν μπορεί
περισσότερο
ν' αποτυπώσει
αυτό που νιώθω
για μια στιγμή
κρατώ την ανάσα μου
κάνω ένα βήμα
βλέπω
μα περισσότερα
όσα μέσα μου
η παλίρροια ανεβαίνει
έλα τώρα
θα μας πάρει μαζί της
θ ανοιχτούμε στα βαθιά
εγώ που φοβάμαι
που δεν έχω το σθένος
αλλά με το παράφορο
του έρωτα το θάρρος
και μια και δυο ανοίγομαι
δεν γίνεται αλλιώς
με τραβάς σαν σειρήνα
και στο τραγούδι σου
πειθήνιος τυφλός
θα σ' ακολουθούσα'
όπου και να με πήγαινες
μπορώ να είμαι φίλος
με τη φωτιά και το νερό
σε κοιτώ
κολυμπώ με κοφτές ανάσες
κλείνω τα μάτια
καίομαι
περιμένοντας
όλο τον καιρό
για μια στιγμή αλήθειας
θα χτυπηθούμε και πάλι
στις συμπληγάδες ώρες
και οι μέρες έρχονται
και οι μέρες περνούν
για μια στιγμή
το σώμα πορθμός
διαπερνώντας
όλα μέσα από ένα
χωρίς τα λόγια
στο στόμα
όλα μιλάνε
και λένε για σένα
όλο τον καιρό
την ώρα που τρέχεις
κι έρχεσαι πάλι
σε μένα
κατά κύματα
κάνοντας κύκλους
από χθες
από σήμερα
κερδίζοντας ξανά
όλο τον χαμένο καιρό
γιατί δεν υπάρχει παρά
ο καιρός της προετοιμασίας
ανοίγω τα χέρια μου
μείνε ακόμη λίγο
εδώ στην αγκαλιά μου
ίσως κάποια μέρα
να μπορέσω να περιγράψω
με επάρκεια
ξαναγυρίζεις μέσα μου
κυκλοφορείς
με το αίμα
με τη μυρωδιά
ένα μόνιμο αποτύπωμα
να το χω ολόδικό μου
και να το γιορτάζω
κάθε φορά
εκ νέου



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα