Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εμμονή

Είμαι εμμονικός
τελειώνω τη μέρα μου
με την επίμονη επίκληση
των στιγμών που
αναβιώνουνε
κάτω που μαίνεται
το καύμα σου
δεν έσκυψα
ν' αγγίξω με τα χείλη
δεν έσυρα τη γλώσσα μου
στέκεις στην κουζίνα
ανεβαίνουνε οι υδρατμοί
ζαλίζομαι από εσένα
κι όλο τρέχω να ανέβω
να μπορέσω να φτάσω'
άλλη μια μικρή κορυφή
κι όλο έρχομαι
κι όλο μένω πιο πίσω
κινείσαι
κι όλα γύρω σου γυρίζουν
με τα φύκια κολλημένα
δε γεύτηκα όσο αλάτι θα ήθελα
θέλω να το γεύομαι
λίγο λίγο
ήθελα τόσο πολύ
να σε κατακτήσω
μέρα τη μέρα
νιώθοντας τόσο δυνατός
που λες ναι
μπορώ να γίνομαι θεός σου
και πιστός δικός σου
εμμονική λατρεία
αν δεν πετυχαίνω
το μέγιστο
νιώθω πως τα χάνω όλα
αν δεν αφήνω στα δάχτυλά σου
όλο μου το μέσα
νομίζω πως μένω λειψός
αν δεν με φιλάς
με κραυγές και μάτια κλειστά
σφιχτά αδράχνοντας
φοβάμαι πως θα γλιστρήσεις
δέξου με
εμένα που θα προσκολλώμαι
σαν τα γλιστερά φύκια και την άμμο
να γίνω ένα στο δέρμα σου
και να εισχωρήσω ακόμα
παραμέσα
μόνο εκεί
κρατάω για λίγο
όσο μια αιωνιότητα
και με χάδια μετά
και θωπείες γλυκές
να σου αφηγούμαι
πώς μέσα σου
χάθηκα
και βρέθηκα ξανά
και βλέπω πάλι τον ουρανό
να γλυκαίνει το χάραμα
χωρίς να με αποδυναμώνει
η αδημονία των ανθρώπων
ξεκινώντας τη μέρα μου
χωρίς να κοιτώ τη διασταύρωση
αλλά τα ράθυμα εμπορικά
να ξακρίζουν στον Σαρωνικό




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα