Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μια φορά

Να λοιπόν
τώρα πάλι που
Κυριακή βράδυ
μόνος
εδώ μπροστά
στο τραπεζάκι μου
με τους τοίχους μου
με αυτό τον εαυτό
το μικρό και λίγο
που όλο ζητά
που όλα τα θέλει
κι επιθυμεί
το αύριο
να είναι από τώρα
εδώ
γιατί
ένα μόνο πράγμα
έχω να σου προσφέρω
είμαι φτιαγμένος
από πάντα
μόνο γι' αυτό
για να σου δώσω
οριστικά
τη ζωή μου
για να με βλέπεις
νύχτα και μέρα
χωρίς το χρόνο
χωρίς το πότε
τώρα
αργότερα
όχι σήμερα
δεν μπορώ
και γιατί όχι
και σήμερα
και αύριο
και να ξυπνώ
χωρίς αυτό το βάσανο
μη φύγεις
μη ζητήσεις κάτι
πέρα από μένα
γιατί δεν γίνεται
να μ' έχεις
όπως θες
αυτό μπορώ
αυτό δίνω
αλλά και να μην μπορώ
να το δίνω
είναι τόσο
μα τόσο απλό
και απόλυτο
τόσο συνηθισμένο
σαν τη ζωή
την ίδια
να γίνω
ο ρυθμός σου
η ρουτίνα σου, ναι,
να μοιραστώ
τις φροντίδες σου
τις συνήθειές σου
σαν τους ανθρώπους
που κάθονται στο ίδιο
τραπέζι
τρώνε, μιλάνε
λίγο ή πολύ
θα πλύνουν
τα πιάτα και τα ποτήρια
θα τοποθετήσουν
τις μέρες και τα βράδια τους
στο ίδιο ντουλάπι
με την ίδια ή και με άλλη
σειρά
θα φυλλομετρήσουν
τα θέλω τους
στον ίδιο καναπέ
θα στρώσουν και θα
ξεστρώσουν τα σεντόνια τους
θα πλαγιάσουν και θ' αγκαλιαστούν
και με πολύ
και με λιγότερο πάθος
και την άλλη μέρα ξανά
γιατί, ξέρεις, αγάπη μου πως
οι μέρες κάποτε
λιγοστεύουν
πριν το καταλάβεις
πριν πεις λοιπόν
το φοβερό
μα πώς πέρασαν...
εμείς όμως
προφτάσαμε
κι ακόμα δες
στο πλευρό σου
ανοίγω τα μάτια
για να πας
ή για να μην πας
στη δουλειά
θα σε δω μετά
τα λέμε στις έξι
δε χρειάζεται πρόγραμμα
απλώς συμβαίνει
όπως γίνεται
με τους ανθρώπους
που μόνο
μια φορά
ζουν
για πάντα



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις