Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εφήμερο

Βγαίνεις έξω
τα κλειδιά
στη μηχανή
για να σε πάει
στην ίδια διεύθυνση
όνομα, κουδούνι, πόρτα
στο βάθος
παραλλάσσεις τη διαδρομή
και πάλι ο προορισμός
σαφής
διαγεγραμμένος
αμείλικτος
αν όμως
λέει
γυρνούσα το κλειδί
και ξαφνικά
εσύ στο δωμάτιο
με τις πόρτες ανοιχτές
να μπαίνει το φως
 - το φώς; -
μπαίνω μέσα
και το βλέμμα μου
σε τυλίγει
μέσα από εκείνη
την  απογευματινή
αντανάκλαση
που περιμένω
που περιμένεις
και πετάγεται η καρδιά μου
απ' το σώμα μου
και αναπηδά στο πάτωμα
που η γάτα
κυνηγά και παίζει με
το χρόνο της
δίχως να νοιάζεται
α, πώς τη ζηλεύω ώρες- ώρες
σε αυτόν, λοιπόν,
τον χρόνο του αναπάντεχου
κρυφογυρνάω κάθε μέρα
και λέω,
κοίτα να δεις
που κάποια μέρα
θα συμβεί
δεν θα γυρίσω το κλειδί στην πόρτα
γιατί θα μ' έχεις ακούσει
από τις σκάλες
όπως μικροί
ακούγαμε το αργό βήμα
του πατέρα
απ' τη δουλειά,
με την καμπαρτίνα και τον
χαρτοφύλακα
κράτησέ τα αυτά
φύλαξέ τα
φύλαξε όμως και για μένα
μια θέση στον παράδεισο
του καθημερινού εφήμερου...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις