Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Con te

Βάζω στην τσάντα
δυο πράγματα
κι έρχομαι
μετακομίζω οριστικά
στο προσκήνιο
του έρωτά σου
φέρνω μαζί μου
ένα  χαμόγελο
πλούσιο και ζεστό
με όλες τις ρυτίδες στα μάτια
κλείνω μέσα μου
όλη την προσδοκία χρόνων
κι ανατέλλοντας ανατέλλω
δεν χρειάζεται πια
να στοχάζομαι
πέφτω μ' εμπιστοσύνη
στον δροσερό λειμώνα
δίχως το φόβο
κανένα σύννεφο βαρύ
μόνο το  άρωμα
κι η γεύση
απροσδιόριστη και παιχνιδιάρα
έλα να παίξουμε
σε τούτο τη γωνιά
δεν χρειάζονται
ατέλειωτα τετραγωνικά
μόνο να βλέπουμε τη θάλασσα
να, σχεδόν τη γεύομαι
όπως μαζί σου τη φέρεις
δεν το γνωρίζεις ίσως
ακολουθείς μια διαδρομή
απ' τη Φωκίωνος του '80
ως τις χαρούμενες ακτές
των έφηβων παράταιρα μεγαλωμένων
εγώ, δεν ξέρω, τι να πω
ακόμα με τη γεύση
από το πρώτο γάλα
παίζω ακόμα στ' όνειρό μου
τα μολυβένια στρατιωτιάκια μου
ήσυχα, μοναχικά
στο ξύλινο παρκέ
μεγάλωσα βλέποντας
ένα κομμάτι ουρανό
που όσο πήγαινε και μίκραινε
κι ωστόσο ανεβαίνοντας
απ' τη μικρή την ανεμόσκαλα
πάντοτε έβλεπες πιο  πέρα
κατά τη θάλασσα τη μακρινή
η ψυχή μπορεί και βλέπει
χρόνια και χρόνια πριν
μα η καρδιά δεν το γνωρίζει
και κάνοντας τους κύκλους της
σπρώχνοντας νέο αίμα
στις λεωφόρους της  ξεχύνεται
περιπλανιέται
περιπλανιέται
κουράζεται
κάθεται κάτω
κι ύστερα έρχεται η μέρα
που η θάλασσα είναι πια κοντά
κάνει δυο βήματα και να, την έφτασες
και την κρατάς μέσα στα χέρια σου
κι αναθαρρεύεις και γελάς
αχ, πόσο καρδιά μου εσύ γελάς
κι από το χέρι με οδηγείς
έρχομαι πίσω σου και δίπλα
δες με, μεγάλος και παιδί
που έμαθε τώρα πια μαζί σου
απ' την αρχή να ξαναζεί!















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα