Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εν

Όλα μου τα πρέπει
διαλύονται μέσα
στο κύμα του θέλω
θέλω και θέλγω
τι να πω
για τη μοίρα των ανθρώπων
άσπονδοι φίλοι και ξένοι
θραύσματα που προσπαθούν
να ενωθούν και ζητούν
συνεχώς ζητούν
ποια μέριμνα πιο μεγάλη
ποιο χρέος ξεπερνά
την ιερή του έρωτα επίκληση
τα παιδιά μεγαλώνουνε
χτίζοντας νέα οράματα
απλησίαστα ακόμα
κι απ τη σκιά μας
όλα μπαίνουν σ' ένα δρόμο
άλλοτε προχωρούν
άλλοτε καθηλώνονται
οι εποχές γυρνούν
η όψη των πραγμάτων
ανεπαισθήτως μεταβάλλεται
κάθε μέρα
από λίγο
μα τόσο  αμετάκλητα
αν δεν ακούω
τα βήματα στη σκάλα
αν δεν περνά το θρόισμα
στο διάδρομο
αν δεν βλέπω
με την αφή  και το μυαλό μου
θα χάνομαι
μέσα στην αναπόληση
ο νους μου καίγεται
η ψυχή μου ανεβαίνει
κι εξαχνώνεται
στο ανάμεσα
δέξου με
εμένα που άμαθος
βιάζομαι ν' αρπάξω
όλο τον καιρό
στα χείλη και στα χέρια
να ξαναενώσω τις άκρες
να μεριμνήσω
για τη σωτηρία την επίγεια
όσο υπάρχει φως κι ανάσα
τόσο θα λαχταρώ
όλο και πιο πολύ
σ' αυτό το ένα το βέβηλο και άγιο
με τα μάτια μου κλειστά
με δίχως ανάσα πια
ωσαν θεός να υψωθώ






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κερνάω

Καλό είναι να θυμάσαι από καιρού εις καιρόν την έβδομη σφραγίδα  του Μπέργκμαν Ποτέ δεν ξέρεις αν ο τύπος αποφασίσει να τερματίσει την παρτίδα κι αυτός ο ηθοποιός βρε παιδί μου τι όνομα Έκεροτ κάτι ανάμεσα σε 'Εκτορα και Κέρβερο ο ορισμός του τελειωτικού του οριστικού του μη αναστρέψιμου βάλε ουίσκι διάολε κερνάω

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία