Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η καλύτερη μέρα


Η καλύτερη μέρα
τη ζω και την ξαναζώ
άφησέ με
να σε κοιτάζω
κρυφά και φανερά
από κάθε πλευρά
γίνε η δική μου οπτική
χρειάζεται μια διάρκεια
σε αυτό το άγγιγμα
σε όλο το δρόμο
της επιστροφής
το σώμα δεν ακολουθούσε
είχε μείνει ακόμα
μέσα στ' αυτοκίνητο
το φιλί έξω
απ' το σταθμό
ένα φιλί που δεν θέλω
να κοπεί
σαν να είμαι δεμένος
με έναν αόρατο λώρο
δεν έφυγα ποτέ
έμεινα εκεί
μπήκα στο τρένο
κι όλα είχανε αποκτήσει
μια παράξενη διαύγεια
μπορούσα και διάβαζα
τα πρόσωπα
σχεδόν αποκρυπτογραφώντας
σκέψεις, έξεις, επιθυμίες
όλα έγιναν πάλι
τόσο ξεκάθαρα
βυθίστηκα με εμπιστοσύνη
στο μέλι των ματιών σου
και κράτησα στα χέρια μου
όλη την ύπαρξή σου
κι όμως
ο χρόνος μας ξεγέλασε
δεν ήταν παρά
μια απειροελάχιστη στιγμή
που θέλαμε πολύ
να διαρκέσει
επιβραδύναμε το χρόνο
κατάπληκτοι διαπιστώσαμε
πως δεν είχαμε διατρέξει
παρά δυο βήματα
με πήρες στα χέρια σου
αναλήφθηκα πάλι μέσα σου
και χάθηκα πάλι
σε ένα άχρονο
νομίζω πως
με παρατηρούσες όταν επέστρεφα
από αυτό
κι είχε το βλέμμα σου
την όμορφη αναλαμπή
των απογευματινών αντανακλάσεων
έτσι μέσα τους
διαχέομαι πάλι
και μπορώ
να κοιμηθώ γυμνός
κάτω απ' το φεγγάρι
μείνε λίγο ακόμα
και σκέπασέ με
το σώμα σου
δώσε μου πνοή
απ' το γλυκό σου στόμα
κι ανάστησέ με
όπως κανείς δεν ξέρει
παρά μόνο εσύ








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα