Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κυριακή

Το βλέμμα
είπε όσα
δεν ειπώθηκαν
μέσα σε φως άπλετο
και με καθαρή
την κάθε λεπτομέρεια
δεν πρέπει να λέω
γι' αυτά
δεν είναι δυνατό
να εκφραστεί
γιατί
δεν περιγράφεται
το αίνιγμα αυτό
του έρωτα
- κι ας ήταν για λίγο -
όταν μετουσιώνουν
την αγάπη
τα σώματά μας
δεν είναι απλά
το κέντρο της ηδονής
είναι το κέντρο
όλης της γης
το πιο ιερό
και ακατάλυτο ένα
δυο σώματα
που φέρουν μέσα τους
τη δυνατότητα του άπειρου
κάτι μέσα μου
διέφυγε από μένα
χωρίς να πω τώρα ή πότε
κι έγινε
δικός σου λόγος
τόσο που να μπορώ
να μιλώ
μέσα από σένα
ν' ανασαίνω
μέσα σε σένα
σαν ένας νέος
ομφάλιος λώρος
δεν έχουμε πάψει ποτέ
σ' αυτό το σμίξιμο απλώς
ανασυστήνουμε
το άπειρο μέσα μας
τόσο βαθύ
τόσο χαώδες που
χάνω κάθε λογικό ειρμό
περιδινίζομαι
απ' την αρχή της ύπαρξης
μέχρι το τέλος
μέσα σου
αναγεννημένος
στο χείλος της ανυπαρξίας
και του παντός
στο μεταίχμιο
του ενός
και του τίποτα
μετά
επανέρχομαι σταδιακά
και ζαλισμένος σε ρωτώ
που πήγαμε
και γιατί
γυρίσαμε πίσω
τόσο γρήγορα
και δεν έχεις παρά
μια απορία
γιατί
κατέχεις όλη τη γνώση
πολύ πιο πριν από το πριν
και το μετά
γνωρίζεις τα μυστικά
σαν Βακχίδα
και λίγο λίγο
μου προσφέρεις
τον γλυκό καρπό
που απ' τη λαχτάρα μου
αρπάζω λαίμαργα
σαν παιδί
μη μου το πάρουν'
απ' τα χέρια
ενώ απλά
με οδηγείς
μες τα μυστήρια
μήπως και μάθω κάποτε
σπυρί το σπυρί
απ' το γλυκό το ρόδι
να ξεδιαλέγω το χυμό
βάφοντας κόκκινα
τα ολόγλυκα γεμάτα χείλη












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις