Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ιχθύς

Το κρυφό
και φανερό μου
όταν θα κυλήσουν τα νερά στα κράσπεδα
και τα βαριά σύννεφα
μαύρα θα καλύπτουν το φως
θα είμαι πιο καλά από ποτέ
που θα είσαι στα χέρια μου
κουλουριασμένη
και τεντώνοντας κάθε μυ
λίκνισμα δεξι
λικνισμα αριστερό
γοργά
ξυπόλητη στο πάτωμα
πάρε την πετσέτα
πάρε τον πόθο μου
πάρε το θεό μου
κάνε
αυτό που είναι
το πιο ωραίο
καιαπλόκιόμωςτόσοπολύπλοκο
σκάει το κύμα
στο βράχο και μανιάζει
καισυμωρόμουκαλπάζειςστοναφρό
κρατάω και μου φεύγει
από τα χέρια το τιμόνι['
πώς τιθασεύεις τους σορόκους
σκάνε μεορμή
'παλεύω να κρατηθώ επάνω
καισηκωνουμαι και πέφτω
κάνε μου κάνε
έρωτά μου
έλα και θέσπισε μέσα μου
κάθε βουλή κι επιθυμία
το δάχτυλο
με βουλιμία στο στόμα
γλυκιά μαστίχα
τόσο γλυκιά καιπιπεράτη
δεν΄εχω γεύση άλληστο στόμα
μέλη μουσφιχτά
ορίστε με
μέσα στο μανικό σας νόμο
δεν έχω, σουλέω,
πέρα απ' αυτό
άλλον κανένα π[ιο αληθινό
το γαμημένο που αγαπώ
την άλλημέρα στους ιχθύς
ολημερίς κι οληνυχτίς!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις