Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κάπου κάπου

Κάπου κάπου
μένω μόνη
και η μέρα
με πληγώνει
κάπου κάπου
θέλω να 'σαι
και μαζί μου
να κοιμάσαι
σαν γυρνάω
απ' το σπίτι
κι είναι κάτι
που μου λείπει
να σε βλέπω
μη λυπάσαι
ξέρεις μ' έχεις
μη φοβάσαι

Κάπου κάπου
σ' έχω σώμα
και ψυχή μου
σ' ένα στρώμα
κάπου κάπου
δεν φοβάμαι
γιατί εγώ το φως σου
θα 'μαι
να με κάνεις
να γελάω
τη ζωή μου
μη χαλάω
να γυρίζω
να σε βλέπω
και μαζί σου
να αντέχω
τα φιλιά μου
να σου δώσω
και δικό μου
να σε νιώσω

Στο ταξίδι
αυτού του κόσμου
να ' σαι πάντοτε
δικός μου
να μου λες
λόγια αγάπης
και τη φλόγα μου
ν' ανάβεις
στο κορμί μου
που φωνάζει
στην καρδιά μου
που σπαράζει
κι ας μη φαίνεται
ψυχή μου
πως μου λείπεις
στη ζωή μου

Τόσα χρόνια
περιμένω
κι άλλα τόσα
υπομένω
να βρεθώ
στην αγκαλιά σου
κι ό,τι έχω όλα
δικά σου
μόνο εγώ, δες, ζω
για σένα
κι είναι τα φιλιά
κρυμμένα
μα στα δίνω
και με πόνο
που μετρώ ξανά
το χρόνο

Κι όλο λέω
θα 'ρθει πάλι
κάποια μέρα
που όλοι οι άλλοι
τι θα πω και που
θα πάμε
να μην έχω να φοβάμαι
να σ' αγγίζω
να γελάμε
να σου δίνω εγώ
το χέρι
να γυρνώ στα ίδια μέρη
και να ξέρεις πως, ψυχή μου,
κάπου κάπου
στη ζωή μου
κάπου υπάρχει και
για μένα
μόνο αλήθεια
κι όχι ψέμα

Κάπου κάπου
αγάπησέ με
και για πάντα
κράτησέ με
γιατί μέσα σου
χωράω
και το ρούχο σου
φοράω
που μου κάνει
όσο κανένα
δες πώς μοιάζει
σαν εμένα
δες πώς έχουμε
αλλάξει
και μαζί σου
έχω φτιάξει
το τραγούδι
το δικό μου
που είσαι συ, απλά,
μωρό μου
μόνο εσύ
εσύ












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Χειροκρότημα

δεν πρόσεχε όλο πατούσε σε κάτι κενά κάτι ρωγμές άηχες ένα φάσμα άπλωνε άρρωστο φως έβρεχε σκόνη λέγανε πως θα περάσει υπομονή είναι ζήτημα... εξαρτάται απ' το μέτρο σύγκρισης για άλλους ένα κλείσιμο του ματιού για άλλους μια ζωή θα περάσουν όλα δεν θα σκέφτεσαι πια αν και ίσως κι εφόσον ο μαστρωπός χρόνος ασελγεί στο ανυποψίαστο σώμα παρατάσεις και παραστάσεις ο πιανίστας σκύβει επάνω από το κύμβαλο κι αναμετράται με το φοβερό κενό των παύσεων πριν το τελειωτικό χειροκρότημα