Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Άγγελος

Θέλω να φωνάξω
κι η φωνή μου βγαίνει
πηχτή σαν σκοτάδι
ή σαν το αίμα των σκοτωμένων σκύλων
εμβρόντητος
μπροστά στο αναπάντεχο
της ζωής
τα μικρά μπακλαβαδωτά
μπαλκονάκια
Κυψέλη
οδός Βελβενδούς
το βράδυ ήταν καλύτερα
γηραιά ζευγάρια
στο μπαλκόνι
στο πάρκο
Αλβανοί παίζοντας ντόμινο
και μαύροι γυρολόγοι
να πάρω το δρόμο
λίγο πιο πάνω
και παραπάνω
στο μαγαζί
με τις vintage μηχανές
μια μηχανή του χρόνου
η γειτονιά μου
και το κρεβάτι μου
ο τόπος
που όλα διεκδικούνται
και ξανά κερδίζονται
το κεφάλι μου ελαφραίνει
όσο ανεβαίνω προς το λόφο
όπου πατάει το πόδι σου
θέλω να πατώ
ν' ακολουθώ το βαρύ σου
το ελαφρύ σου βήμα
το αέρινο πέρασμά σου
την αίσθηση που αποπνέει
κάθε σου κίνηση
πόσο ποθώ
να σε ποθώ ανεπίδοτα
η ανταμοιβή μου να είναι
η προσμονή σου
α, κάνε με, ξέρεις,
να περιμένω
με αγωνία και μια μικρή
ανησυχία
το ίδιο το πάθος
μην με καταπιεί
σαν ιδέα που
δεν ξέρει πώς
να γίνεται στ' αλήθεια
όμορφο γαλάζιο βήμα μου
θέλω
ως θα γλιστρήσεις εδώ
πίσω σου να σταθώ
και σαν αντάρτης άνεμος
τα μέσα σου
ν' ανανταριάσω
έτσι που να με δέχεσαι
κι όλο γλυκά
κι όλο με μάτια σφαλιστά
σαν άγγελός μου μυστικά
να μου χαμογελάς

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα