Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ανοικονόμητο

έξω απ' την περίμετρο
στον ορίζοντα των πιθανών γεγονότων
που αν γλιστρήσεις  απρόσεκτα
 πέφτεις μέσα
στη πιο μαύρη τρύπα
του αναπόφευκτου
έβλεπες κι άλλες μέρες
να περνούν
κι ήταν γιορτή
ο κόσμος έφευγε από το πάρκο
φορώντας ακόμα τα καλά του
περνούσες γρήγορα
απ' τα φανάρια
ολοένα κυνηγώντας
τις μέσα χίμαιρες
που βυθίζονταν με παραλογισμό
τότε ήταν ανάγκη
πιο πολύ από κάθε φορά
να ελευθερωθείς
απ' τους καταναγκασμούς
να μάθεις να παίρνεις
και να δίνεις μόνο το καλό
ν' αφήνεις πίσω
το βάρος που πιέζει
στο υπογάστριο
κι εμποδίζει
τις χαρές να πλημμυρίσουν
τα φωτεινά σχήματα
του απογεύματος
μονάχα όταν
θα έρχεσαι
αποφασιστικά και στέρεα
με το σταθερό σου βήμα
και τη λαχτάρα σου
να με σκεπάζει
μ' ένα φιλί αίφνης
θ' αποκαθιστάς
τις λεπτές μου ισορροπίες
μην τύχει καμιά φορά
και με σπρώξει η θλίψη σου
στο πιο βαθύ
κι ανεξιχνίαστο πηγάδι του αδηφάγου εαυτού
ως βρέφος άκακο
θέλω να τα ζήσω όλα
αθώα κι έκπληκτα
δικά μου να τα κάνω
χωρίς εγωισμό
με άφατη αγαλίαση
μέσα στο λίκνο
του ανοικονόμητου εγώ μου




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις