Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το πιο δικό σου

Θα φέρουμε τον καιρό
στα μέτρα μας
θα ξυπνήσουμε ένα πρωί
όλα θα είναι ένα μακρινό όνειρο
με τον καφέ στο τραπέζι
θα καθήσουμε
θα τα διηγηθούμε ξανά
με κάθε λεπτομέρεια
θα βγεις έξω
με το μαντήλι ανάερα στο λαιμό
και τη λαχτάρα για ζωή
στο βαθύ σου βλέμμα
κι όλοι θα ζηλεύουνε
ο φθόνος τους
δεν θα μας αγγίζει
έλα εδώ
κοντά μου
να ξεκουραστείς
επάνω στο σώμα μου
ίσως να φταίει που'
έχω καιρό
να σου χαϊδέψω τα μαλλιά
ίσως επειδή
δεν πέφτω να ονειρευτώ
μαζί σου
αλλά παραφυλάω στον ύπνο σου
μη φύγεις
επάνω σ' ένα σύννεφο
και πετάς σαν άλλοτε
σε μακρυσμένες ακτές
καμιά φορά
οι αποστάσεις
κατακάθονται 
σαν τη θολή σκόνη μέσα μας
βαραίνουνε τα θέλω μας
φοβάμαι
για τη μέρα που
δεν θα έρχεσαι 
μ' αυτό το θέλω στο βήμα
γοργά και ζωηρά
όπως σε γνωρίζω
φοβάμαι μήπως
δεν με αναγνωρίζεις
γιατί θα κοιτάζεις
μα δεν θα με βλέπεις
να σε λευτερώσω
μόνο να μπορούσα
γυναίκα
εσύ να έρχεσαι 
και να γέρνεις πάνω μου
κι όχι εγώ
να κρύβομαι 
τρομαγμένος στο στήθος σου
να κάνω δυο χέρια δυνατά
να μπορώ να κρατάω
όλη του πόθου σου
την έξαψη
αλλιώς
δεν έχω νόημα'
γυρνώ γύρω 
χωρίς έρμα
με μια κούραση
και την πίκρα
της ανημπόριας
θα φέρουμε εμείς
τις καινούριες μέρες
θ' ανοίξουμε την πόρτα 
στο σπίτι
και θ' αγαπάμε
με το γλυκό φως
να χύνεται επάνω μας
όλα τα μικρά πράγματα
που αποκτήσαμε
από παιδιά
και τώρα μοιραζόμαστε
τόσο δικά μου
όσο και δικά σου
θα σε προσέχω
και θ' ανησυχώ
σε  κάθε σου βήμα
θα είμαι σκιά
και άγγελός σου
άμα με δέχεσαι
θα είμαι
απ΄τα δικά
το πιο δικό σου


















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις