Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η μεγάλη μέρα

και πως να περάσει
η πιο μεγάλη μέρα
ανέφελα
ήσυχα 
κι απατηλά
με πνοές από σύννεφο
και γλυκές αναμνήσεις
στην άκρη της γλώσσας
με κρυφές απεικονίσεις
κόκκινα μυστικά
παίζοντας στα χέρια
κομμάτια από κοχύλια
που χάιδευαν το λαιμό σου
ερευνώντας στις πτυχές
των σεντονιών
αναδιφώντας
το χθες και το αύριο
η πιο μεγάλη μέρα
ατέλειωτη
χωρίς έρμα και τέλος
ένας αέναος βρυχηθμός
στις φωνές
στη βιαστική κίνηση
ο καφές που νέρωσε
και το κορμί που ιδρώνει
ενθυμούμενο
την οσμή και την υφή σου
το ιερό σώμα
που όταν μέσα του μπαίνεις
η ψυχή που καταυγάζεται
κι όλα εκ νέου
επανακτούν 
το διασκορπισμένο τους
νόημα
η πιο μεγάλη μέρα
ένας δρόμος μακρύς
χωρίς δέντρα και ίσκιο
μόνο με μια 
εκτυφλωτική αντανάκλαση
από βλέμμα βαθύ
κεχριμπαρένιο
τα βήματά σου
ορίζουν 
τα στίλβοντα άκρα
και με φορέματα ανάλαφρα
κάνοντας την είσοδό σου
ορμητικά
στης πιο μεγάλης μέρας
δροσερό σκαλοπάτι
που ως τ' ανεβαίνεις
αλλάζει η όψη των πραγμάτων
κι όλα αποκτούν ξανά
το μεγάλο και βαθύτερο
νόημα




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις