Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πρόσκληση

Πρόσκληση σε δείπνο
λιτό και σύντομο
όπως και κάθε βράδυ
τα σύννεφα γοργά στροβιλιζόμενα 
την ώρα, όπως όλα, περιμένοντας
όταν τα σκούρα τα ρολά θα κατεβαίνουν
με πάταγο απ' το χέρι γυναικώνε
και οι βαριές μακρές κουρτίνες 
θα σκεπάζουν 
τη θλίψη μίας μέρας που δεν ήρθε
τα όνειρα μετέπειτα
που θ' ανεβαίνουν τον ανήφορο 
με απελπισία οικτρά αγκομαχώντας
ως να μη δύνανται, να λες, ή να μη θέλουν
να πιάσουν τόπο στο ημιφώτιστο κομμάτι
του άλλου εκείνου εαυτού
επαναλαμβάνονται
έρχονται φεύγουνε και γυρνάνε
σαν σβούρες άηχα και ξέψυχα
την ώρα εκείνη που επανέρχεται το σώμα 
βαρύ και βιάζονται γοργά να ξεγλιστρήσουν
δεν καταφέρνω  να τα πιάσω, αερικά
δεν είμαι ούτε εκεί ούτε και πουθενά
και την ημέρα που όλα αρχίζουνε και πάνε
σαν το κουβάρι μα και πλέκονται ομαλά
κινούμαι αργά, ανεπαισθήτως υπογείως
σε ένα λεπτό στρώμα κομμάτι αμφιβολίας
κι αν σπάσει αυτό το πιο λεπτό και βυθιστώ
στο έρεβός μου του υπάρχω- δεν- υπάρχω
τότε το μόνο που με σώζει και ξανά 
πα στον αέρα ανεβαίνω ξεπνοώντας
είναι μονάχα ό,τι απ τα χείλη σου πνοηθεί
ό,τι από σένα
τόσο γήινο με αγγίζει
και να μου λέει πως είμαι αλλού
ενώ είμαι εδώ
κι έχω μονάχα από σένα 
ελπίδα για να κρατηθώ






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις