Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αυτό που φοβάμαι

Αυτό που φοβάμαι
είναι πως
θα φύγεις
θα πάψεις να μ' αγαπάς
για να μη με αγαπήσεις
πως θα γίνω
μια μικρή
ανεπαίσθητη ουλή
που θα θέλεις
να ξεριζώσεις
για να μη μάθεις ποτέ
να ζεις μ' αυτή
αυτό που φοβάμαι
είναι πως
δεν θα δώσεις μια ευκαιρία
στη ζωή
ν' αποδειχτεί πιο μεγάλη
απ΄τα στοιχειωμένα θέλω σου
πως θα μ' αντικρίζεις
και δεν θα θέλεις να με βλέπεις
για να μην υπνοβατείς τη μέρα
να ξαγρυπνάς τα βράδια
αυτό που φοβάμαι
είναι πως θα δώσεις μια
στη ζωή
να διαγράψεις:
όλες τις εκπλήξεις
τους πόνους
και τα πάθη
και τα λάθη της
και τα θέλω
που απαιτεί μ' επιμονή
για να μην καταμετράς
μια μέρα
Πως θα γυρίσω πλευρό
και θα γλιστρήσεις
αθόρυβα
αδειάζοντας τον χρόνο
απ΄τις αποσκευές σου
πως θα μαζέψεις βιαστικά
τα ρούχα σου
κι εγώ θα μείνω
ν΄αναρωτιέμαι
πώς δεν μπόρεσα
να καταλάβω
το χάος που άνοιξα
άθελά μου
εγώ που ήθελα μόνο
ν' ανέβουμε ψηλά μαζί
και να κοιτάμε
και να λέμε:
κοίτα να δεις
που λέγαμε πως δεν μπορώ
δεν έχω
δεν φτάνω
αυτό που φοβάμαι
είναι αυτό που αγαπώ
κι αυτό που με κρατά
αυτό που κάνω πανί
και ταξιδεύω
απλώνοντας τα χέρια
απλώνοντας την καρδιά μου
αυτό που φοβάμαι
στο δίνω να το φυλάξεις
βαθιά μέσα σου
εκεί που κατοικώ
και τώρα
και πάντοτε
αχ, αυτό το "πάντοτε"
που δεν μπορώ
να το χωρέσω
σ' ένα δυαράκι
σ' ένα τραγούδι
σ' ένα φιλί
αυτό που φοβάμαι
είναι το πιο
δικό σου
απ' τα δικά μου
είμαι εγώ
που φοβάμαι...


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις