Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πλατεία

Απόψε είχε δρόμο
Κατηφορίζοντας
πέρασα, όχι σκόπιμα,
από εκείνη την πλατεία
όπου είχαμε στήσει κάποτε
μια εκδήλωση
- θυμάσαι; -
Οι τόποι, λοιπόν,
έχουν μια μοναδική ιδιότητα
να κουβαλούν την ιστορία τους
υπενθυμίζοντας διακριτικά
όσες λεπτομέρειες
μπορεί να φαίνονται ίσως ασήμαντες
αλλά οι ζωές μας είναι που
τις κάνουν σημαντικές:
το πώς κοιταχτήκαμε
κάπως με επιφύλαξη
αλλά και με ανεπαίσθητη προσδοκία
το πώς με επιμέλεια
αποφύγαμε
να αγγιχτούμε
έστω "τυχαία"
τον τρόπο που σ' έβλεπα
να κινείσαι
να δουλεύεις ευσυνείδητα,
όπως κάνεις πάντα,
να κρατάς μιαν απόσταση
που, ξέρω, θα 'θελες
να υπερβείς
το να μην ξέρεις πώς
να με εξημερώσεις
εγώ να λέω:
το βράδυ
στην εκδήλωση
κάποια αφορμή θα βρω
αλλά να μην έρχεσαι
- η πλατεία κουβαλάει ακόμα
την απογοήτευσή μου τότε -
Αλλά οι τόποι αλλάζουν
διαρκώς
εμείς οι ίδιοι αλλάξαμε
ευτυχώς
όμως, περίεργο,
ποτέ δεν έτυχε
να ξαναπεράσουμε από κει
Θα μου πεις
γιατί τα θυμάσαι τώρα αυτά
είναι ήδη χθες
κι όμως
ένα χθες που ζει
μέσα στο σήμερα
Θέλω να τα θυμάμαι όλα
θέλω να θυμάμαι
πώς  ξεκίνησε
για ν' αναγνωρίζω πάντοτε
στο πρόσωπο του χρόνου
και να φυλάω,
ακριβό δώρο,
εκείνη την πρώτη
ανεκπλήρωτη υπόσχεση:
τότε που σε περίμενα
και δεν ήρθες
γιατί δεν ήξερες
ότι ήδη
σ' αγαπούσα
προτού έρθεις



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις