Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επέτειοι

Δεν μου αρέσουν
οι επέτειοι
Μου θυμίζουν επαίτες
κούφια λόγια
μεγάλα
και υποσχέσεις
που δεν κρατήθηκαν 
Επέτειος είναι το
έλα τώρα,
τώρα που σε χρειάζομαι
δεν θέλω να στο θυμίζω αυτό
Έτσι, χωρίς λόγο,
να σου κρατήσω το χέρι
στο σκοτάδι
Να σβήνουμε το φως
και να σε κοιτάω στα μάτια
για να βλέπω
τον κόσμο
κρυφά να μου χαμογελά
Επέτειος είναι 
να γιορτάζουμε
την εύκολη, τη δύσκολη,
την κακή μου μέρα
που γλυκαίνεις
Επέτειος είναι
το πιάτο που μοιράζεσαι
το ένα κομμάτι σοκολάτα
που απ το στόμα  μου
γλιστρά στο δικό σου
που σε ζεσταίνω 
τα κρύα βράδια
που ανοίγω τα χέρια μου
και χωράει
όλη η απεραντοσύνη
το χθες και το αύριο
μέσα στο τώρα
Επέτειος είναι 
οι ρυτίδες και το γέλιο
η μυρωδιά απ΄τα μαλλιά σου
ή μια συνηθισμένη διαδρομή
με τ' αυτοκίνητο
που γίνεται αφορμή
να με κοιτάς
και να με χαίρεσαι δίπλα σου
Επέτειος είναι 
να μη λείπεις
να είσαι εδώ
τώρα που σε θέλω
και να σε θέλω
το ίδιο
κι όταν δεν είσαι
Επέτειος είναι
να τα θυμάσαι όλα
αλλά και να μη χρειάζεται
να θυμάσαι τίποτα
γιατί κάθε μέρα
ξεκινάς 
με την ίδια λαχτάρα
με τον ίδιο πόθο
με την ίδια ζάλη
με το ίδιο ξάφνιασμα
στην αίσθηση 
στο άγγιγμα
όπως εκείνη 
την πρώτη στιγμή
Επέτειος είναι
η στιγμή
ξανά και ξανά
απ' την αρχή
χωρίς τέλος
και αρχή







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις