Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το παιδί

Ένα παιδί που λαχταρά
που χάνεται στη σκέψη
και στα όνειρα
μια στιγμιαία αναλαμπή
η σταγόνα που κρέμεται
από τα χείλη
το πρώτο ξύπνημα
δεν είμαστε αθώοι
στ' αλήθεια
γι' αυτό ζηλεύω
τα ανυπόκριτα χαμόγελα
δυο γουλιές νερό
μαζί με φρέσκο ψωμί
πράγματα που είναι πια
μόνο στη φαντασία
όπως παιδιά 
ανεβαίναμε την ανηφόρα
στις κακοτράχαλες νεροσυρμές
τώρα όλα αυτά
περιστοιχίζονται
από μίαν αχλύ μυστηρίου
αδιόρατα μάτια
παραφυλάνε τις ζωές μας
τα πουλιά δεν ξέρουν πια
πώς να χτίζουνε φωλιές
ούτε και τα παιδιά
να τις χαλούνε
γαμώτο
μου έσπασε το κινητό
πώς θα θυμάμαι τώρα
τα πρόσωπα και τα πράγματα
που αγαπώ
αν δεν τα κρατώ επισφαλή
στην εφεδρική μου μνήμη
μου είπες
δεν έμαθες ποτέ απ΄εξω
το νούμερό μου
ας ήτανε να μπορούσα
να περπατώ μέσα στη θάλασσα
κι όλα ανοιχτά να πηγαίνω
κι όλο έναν ορίζοντα να προσπερνώ
έπειτα άλλον ένα
ώσπου
ένα αμάλγμα να γίνω
με το μισοσκόταδο
στο προσκεφάλι σου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις