Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

είναι παιδί

είναι παιδί
ένα τρυφερό παιδί
που κοιτάζει βαθιά
ένα κορίτσι που βλέπει μέσα του
ένα αθώο παιδί
δεν ξέρει πως
οι άνθρωποι σκληραίνουν
οι γραμμές τους
γίνονται τραχιές
τα στόματα στεγνώνουν
τα χείλη πικραίνονται
το κορίτσι είναι το νερό
το απαλό χνούδι
από τους πρώτους σπόρους
που θα καρπίσουν
έχει μέσα του
μόνο καλοκαίρι
δεν λυπάται όταν βρέχει
γιατί
ξέρει μόνο
να ονειρεύεται
κλείνει τα μάτια
και χάνεται
σε όμορφα όνειρα
καλό μου κορίτσι
πώς μου σπαράζεις την καρδιά
πώς γίνεται να σ' αγαπώ
έξω απ' τον χρόνο
γιατί να πρέπει να ξέρω
τώρα πια
πως θα σε βρίσκω μόνο
αν κοιτάξω βαθιά
μέσα σ' αυτά τα μάτια
αν με αφήσουνε να δω
επάνω στο μάγουλό σου
το απαλό
για λίγο να μπορούσα
ν' αγγίξω τα χείλη
σιγά και με φόβο
να μην διαλύσω
σαν ξένος εισβολέας
μια στιγμή
τόσο ακέραιας πληρότητας
μέσα στον ίδιο της
τον κατοπτρισμό
καλύτερα από 'δω
από μιαν απόσταση
να σε παρατηρώ
και να γεμίζω την καρδιά μου
με θλίψη και αγάπη'
σ' αναλογίες ίσες
για ό,τι είναι
κι ότ,ι υπήρξε
και αιωρείται πια ελεύθερο
στο πουθενά για πάντα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Terminal

Εμπρός, όλοι όρθιοι να επευφημήσουμε ζωηρά στην τελική αναμέτρηση δεν υπάρχει νικητής ούτε και γέρας μα ο αγώνας δόθηκε η κούρσα κερδήθηκε τα καλύτερα μείνανε πίσω όπως κάτι σημάδια που βάζεις στη διαδρομή και ξέρεις ότι οδηγούν στα ξέφωτα των αναμνήσεων Εμπρός με μία ιαχή θριάμβου ν' αποθέσουμε  λίγες κόκκινες παπαρούνες τι είναι η εποχή που θριαμβολογεί το εφήμερο  κι ανεπανάληπτο  της άνοιξης που ήρθε δύσκολα κι εύκολα θ' αποδράμει αφήνονας πίσω χιλόμετρα δρόμο πόνο και δάκρυ κι αλλοτινή χαρά δίκαια μοιρασμένα

ειμαι

είμαι μ' αυτούς που το μπαλκόνι τους βλέπει στον ακάλυπτο με τους χλιαρούς μπανάλ και γλυκανάλ στίχους μ' αυτούς που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά με όσους ξεχνιούνται και δεν ξεχνούν με τα υπολείμματα  των γιορτινών συνάξεων και το χλιαρό φως του αποκαλόκαιρου με όλα όσα εγκλωβίζονται σ 'ενα μεσαίο φάσμα κι ούτε θα ψηλώσουν ποτέ\ ούτε και θα χαθούν στα χαμηλά μόνο θα περιφέρονται εκεί στη χώρα του ενδιάμεσου με δίχως λόγια δίχως θάματα δίχως άξια λόγου τ' αγαπώ αυτά τα διαπιστευτήρια του ολίγου που η μετριότης των γεμίζει κενά αιώνων σαν τη λάσπη που συγκρατεί τους προπετείς ογκόλιθους και λίγο αν λείψει απ' τους αρμούς σωριάζονται όμορφα όλα του κόσμου τα σπουδαία  

κανεις

καλησπερίζω  τα μεταίχμια μάτια σου  χορηγός της κάθε ήττας μου που με συνέπεια απεργάζομαι κουράστηκα να μην ξέρω κουράστηκα ν' ακολουθώ - ποιον; τι; -  οι μέρες ατελείωτες σχηματισμοί ενδημικών αντιφάσεων πάνω στο άγρυπνο σώμα των πόλεων φεύγω μια φορά φτάνω στην άκρη του βράχου απ΄την πίσω πλευρά\ ένα σκατομπιτσόμπαρο στενάζει μαζί με πλήθη νόμιμα αγνοούμενων ζώντας σ' έναν υβριδικό όρμο ο βραδυνός ουρανός εφορμούσε εκμηδενίζοντας κάθε μου υπόσταση κι έτσι, να δεις, που θα είναι το σωστό πού βρέθηκα εγώ  ένα λιπαρός λεκές μια κακοφωνία στο χαίνον χάος έλεγα θα περιμένω να ξημερώσει αλλά βυθίστηκα στη δίνη του χρόνου της επιβραδυνόμενης ανάσας σου τελικά δίκιο είχες αφήσου αφήσου στο τέλος εκεί που πρέπει θα καταλήξεις